ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ.Ο ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΥΝΑΡΙΘΜΟΥΜΕΝΟΣ

ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΈνας μεγάλος Άγιος προβάλλει σήμερα εμπρός μας. Είναι ο σύγχρονος Άγιος, ο εκ Νάξου, Νικόλαος Πλανάς.  Εγεννήθη το 1851 και ελάμπρυνεν την νήσον με τον πλούτον της ευσέβειάς του και την αγιότητά του. Ο ιερός Υμνωδός τον υμνεί «Ναξίων, ο κλήρος και ο λαός, εν χαρά γηθόμενος (είναι χαρούμενος) εν τη πανηγύρει μακαρίας μνήμης σου…». (τροπάριον εσπερινού).

Επειδή αναφερόμαστε συχνά στους Αγίους, ας εξετάσομεν τι είναι αυτό που τους κάνει διαφορετικούς από όλους τους άλλους ανθρώπους. Στην απορίαν μας απαντά ο Απόστολος Παύλος: «Είχαν μεγάλην πίστιν στον Θεόν, κατεπολέμησαν και υπέταξαν βασίλεια και κυβέρνησαν με δικαιοσύνην…». (Εβρ.ια΄33). Ήταν και εκείνοι άνθρωποι σαν εμάς, αλλά είχαν ιδιαίτερην σχέσιν με τον Ιησούν Χριστόν. Στο Βιβλίον της Π.Δ. «Σοφία Σολομώντος» διαβάζομεν: «Η ζωή του Χριστιανού, δεν είναι όμοια με την ζωήν των άλλων ανθρώπων. Διαφορετικοί οι δρόμοι και οι τρόποι του βίου του».

Ένα ζωντανόν παράδειγμα, συνειδητού Χριστιανού, είναι ο βίος του Αγίου Νικολάου Πλανά, τον οποίον εορτάζομεν στις 2 Μαρτίου.

Εγεννήθη από ευσεβείς γονείς και του άρεσε να διακονεί  το ιερόν θυσιαστήριον, διότι ο παππούς ήταν ιερέας. Αγαπούσε πολύ τον Θεόν και ο Κύριος του εχάρισεν «Την σοφίαν και τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος, διότι «Τοις αγαπώσιν τον Θεόν, πάντα συνεργεί εις αγαθόν και εχαρίσατο αυτώ την άνω σοφίαν…». (Δοξαστικόν).

Σε ηλικίαν 14 ετών, έμεινεν ορφανός από πατέρα και ήλθεν στην Αθήνα μαζί με την μητέρα του και την αδελφή του και έμειναν σε περιοχή της Πλάκας. Νέος ενυμφεύθην, αμέσως όμως εχήρευσεν και το παιδάκι, που γεννήθηκε το μεγάλωσεν μόνος.

Έγινε λειτουργός του Υψίστου, όπως ποθούσε και ο Υμνωδός ψάλλει «…Πάτερ, εδείχθης ιερώτατος λειτουργός του Κυρίου…» και ηξιώθην να χειροτονηθεί διάκονος, εις τον Ι.Ν. Μεταμορφώσεως Πλάκας και ιερέας στον Ι.Ν. Προφήτου Ελισσαίου, στο Μοναστηράκι. Υπηρέτησεν στην πτωχότερη ενορία των Αθηνών, του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου, που βρίσκεται στην οδόν Βουλιαγμένης. Ζούσε με νηστεία, προσευχή και αγρυπνία.

Στις αγρυπνίες, που ετελούσε, στον Ι.Ν. του Προφήτου Ελισσαίου, ο Υμνογράφος ψάλλει ότι «… Αξίους δ΄ έσχες συνεργούς, άδοντας και ψάλλοντας». (ιδιόμελον λιτής).., οι οποίοι ήταν: «Ψάλται, περιφανείς Αλέξανδροι, υμνούντες τον Κύριον της δόξης… εώρων σε θεούμενον». Συνέψαλλαν μαζί του, δύο μεγάλες μορφές λογίων, της εποχής εκείνης, ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, οι οποίοι εξαίρουν την σπανίαν και αγίαν ιερατική προσωπικότητά του και μαρτυρούν, ότι τον έβλεπαν να λειτουργεί μαζί με τους Αγγέλους και να ίπταται πάνω από το έδαφος.

Στο Δοξαστικόν του Εσπερινού ψάλλομεν: «… του φερωνύμως την νίκην καταγαγόντα και κατά τον πλάνον θριαμβεύσαντα, τη δε κλήσει επιλεγόμενον Πλανάν…». Η λέξις «φερωνύμως» είναι σύνθετη, από τις λέξεις «φέρω + όνομα» δηλ. επαξίως φέρει αυτό το όνομα «Πλανάς», διότι επαληθεύει το χαρακτηριστικόν του, ότι «… τας του πλάνου  τας παγίδας εκφυγών, απλανώς επορεύθης διά βίου, Πάτερ Άγιε…». (Απολυτίκιον).

Ήταν ελεήμων, φιλάνθρωπος, υπομονετικός, προστάτης χιλιάδων ορφανών και πτωχών. Μέσα στον Ναόν, με το πνευματικόν του χάρισμα, διέκρινεν ότι πολλοί ήταν παρόντες σωματικά και απόντες πνευματικά. Καταξιώθηκεν στην συνείδησιν του λαού και πλήθη κόσμου συνέρρεαν στο φτωχό εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννου για να τον ακούσουν και να εξομολογηθούν.

Ακόμα και ο Λήσταρχος Νταβέλης τον επεσκέφθη για να εξομολογηθεί, όπως αναφέρει, σε μίαν ομιλίαν του, για την εξομολόγησιν, ο καθηγητής κ. Ιωάννης Καρμίρης, στην Θεολογικήν Σχολήν Αθηνών.

Γράφει: «Όλοι οι άνθρωποι νοιώθουν την ανάγκην να εξομολογηθούν, ακόμα και οι πιο μεγάλοι κακούργοι και ψάχνουν να βρουν ιερέα ευλαβή.

Ένα βράδυ, ο παπα-Νικόλας, αφού τελείωσε τις προσευχές, στον Ναόν του Αγίου Ελισσαίου, καθόταν και έκανε παρέα στους Αγίους, αφού είχε κλείσει και την θύραν της Εκκλησίας. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα  και μπαίνει μέσα  ο λήσταρχος Νταβέλης, αρματωμένος, ξανακλείνει και αμπαρώνει την πόρτα. Ο παπα-Νικόλας φοβήθηκε ότι θα τον ληστέψει. Ο λήσταρχος, αφού ξαρματώθηκε, ζήτησε από τον ιερέα να τον εξομολογήσει. Γονάτισε και είπε κάθε αναισχυντία, φόνους, ληστείες, βιαιότητες, που είχεν κάμει. Και ο παπούλης του απάντησε, ότι ο Θεός θα τον συγχωρήσει, η πολιτεία όμως, άμα σε συλλάβει, έχει δικούς της νόμους. Του εδιάβασε την συγχωρητικήν ευχήν, πήρε τον οπλισμόν του και έφυγεν», ο Όσιος όμως κρατώντας την εικόνα του Χριστού, ζητούσε  την συγχώρησιν του ληστού.

Ο Άγιος Νικόλαος έζησεν ως δίκαιος και στις 2 Μαρτίου μετέβην εις την αιώνιον χαράν, ως Άγιος. Ολόκληρος η πόλις των Αθηνών εθρήνησεν τον «Καλόν Ποιμένα».

Αγαπητοί μου Αναγνώστες, εν κατανύξει, ας ψάλλομεν: «Αυτού ταις ικεσίαις, της πλάνης ρυσθέντες, σωθήναι δεόμεθα τας ψυχάς ημών».

Σημείωσις: Η ασματική Ακολουθία συνετάχθη υπό του μακαριστού Μητροπολίτου Πατρών κυρού Νικοδήμου Βαληνδρά.

Μαρία Τσακανίκα

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *