ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο Ε΄ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ

ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣτην κορυφήν των μαρτύρων του 1821, βρίσκεται ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄.

Εγεννήθη το 1745 εις την Δημητσάναν της Αρκαδίας, από γονείς εναρέτους και από μικρός, ζούσε ένθεον βίον, διότι στην καρδιάν του είχαν ανάψει δύο φωτιές, η αγάπη Του προς τον Θεόν και προς την πατρίδα. Σπούδασε εις Αθήνας, Σμύρνην, Πάτμον και παντού διεκρίθην για τα χαρίσματά Του και την υποδειγματική αυτοθυσίαν Του. Τρεις φορές ανέβηκεν στον Πατριαρχικόν θρόνον και οι αναβάσεις αυτές, κατά την γ΄ ωδήν «εικόνιζον… την τριημερονύκτιον ανάρτησιν (δηλ. ότι θα έμενε κρεμασμένος στην αγχόνη, τρεις ημέρες), δι ης γένος ορθοδόξων, τον ζυγόν απετίναξεν».

10 Απριλίου 1821, Κυριακή των Βαϊων, ο Πατριάρχης, κατά το σύνηθες, μοιράζει βάγια εις τους Χριστιανούς, ενώ την ιδίαν ώραν οι Τούρκοι έχουν αρχίσει τις σφαγές, εναντίον των εξεγερθέντων Ελλήνων της Πελοποννήσου. Αποφασίζουν την εξόντωσιν του Πατριάρχου, διότι πιστεύουν, ότι αυτό θα επιδρούσε αρνητικά στο ηθικό των Ελλήνων. Ο Πατριάρχης κινδυνεύει, Τον προτρέπουν να φύγει, για να σωθεί. Αρνείται και απαντά «για αυτό είμαι Πατριάρχης, για να σώσω το Έθνος μου και όχι να το δω να σφαγιάζεται από τους αλλοθρήσκους. Ο θάνατός μου, ίσως επιφέρει μεγαλυτέραν ωφέλειαν από τη ζωήν μου».

Σουλτανικό φιρμάνι, ανακοινώνει την καθαίρεσίν Του από τον Πατριαρχικόν θρόνον, ως ανίκανος να διατηρήσει την υποταγήν των Χριστιανών εις τον τουρκικόν ζυγόν.  Αμέσως συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, βασανίζεται. Στην κεντρικήν πύλην του Πατριαρχείου έχει στηθεί η αγχόνη. Και η στ΄ωδή συνεχίζει «Εν αγχόνη κρεμασθείς ο σοφώτατος Ποιμήν, της Ελλάδος τον ζυγόν, απετίναξεν χαμαί και έφερεν, εις αρχαίαν δόξαν το Έθνος αυτού». Το σώμα Του αιωρείται και παραμένει κρεμάμένον επι τρεις ημέρες και εν συνεχεία ρίπτεται στην θάλασσαν. Ένας όμως Κεφαλλονίτης καπετάνιος περισυνέλλεξεν το Άγιον λείψανόν Του και το μετέφερεν στην Οδησσόν, όπου ετέθη σε λαϊκόν προσκύνημα

Ο Ελληνικός λαός οδύρεται, και ο Διονύσιος Σολωμός τον θρηνεί με την πέναν του γράφοντας:

«Όλοι κλαύστε! Αποθαμένος, / ο Αρχηγός της Εκκλησιάς. / Κλαύστε, κλαύστε κρεμασμένος, / Ωσάν νάτανε φονιάς». (135η στροφή, από τον Εθνικόν μας Ύμνον).

Η θυσία του Εθνομάρτυρος Γρηγορίου, δεν πήγε χαμένη, έφερε το ρήγμα εις την τουρκικήν δυναστείαν και προετοίμασεν την ελευθέρωσιν της Ελλάδος.

Ας μεταφερθούμε όμως νοερά στην Οδησσόν, γιατί αξίζει να ακούσομεν ένα πολύ μικρόν αποσπάσμα από τον λόγον, που εξεφωνήθη εκεί, για τον αείμνηστον Πατριάρχην τον Ε΄.

«Πανιερώτατε και Οικουμενικέ Πατριάρχα Γρηγόριε. Η θυσία σου, έδωσε αφορμή, να κινήσεις την ασθενή μου γλώσσαν εις τον Επιτάφιον λόγον σου.

Σε θυμάμαι, ένδοξος να βρίσκεσαι στον Πατριαρχικόν Θρόνον, με όλην Σου την λαμπρότητα, να ενθαρρύνεις τον σκλαβωμένον λαόν, να αγωνιστεί <<υπέρ πίστεως και πατρίδος>>. Και τώρα αντί να εμψυχώνεις, μαραίνεις την φωνή μου, βλέποντάς Σε νεκρόν, αλλά «φωνή θρηνούντος, ηκούσθη επί Σε και φωνή οδυνομένου ανήγγελεν τον έπαινόν Σου». Όμως θειότατε Ιεράρχα, δεν έχασες την λάμψιν Σου, αλλά εμεγάλυνας και πλάτυνας την δόξαν Σου. Δεν στολίζεις πλέον τον Πατριαρχικόν Σου θρόνον, αλλά παρίστασαι, μετά παρρησίας, εις τον θρόνον της Μεγαλωσύνης του Υψίστου…». Και τελειώνει ο Επιτάφιος λόγος: «Ω! μακαρία ψυχή του Πατριάρχου Γρηγορίου, δεήθητι υπέρ της των απάντων Ελλήνων ελευθερίας, ίνα ελευθερωθέντες, δοξάζουσιν τον των όλων Θεόν».

Μετά από πενήντα χρόνια, στις 25 Απριλίου 1871 μετέφεραν το λείψανόν Του στην Αθήνα και το εναπεθέσαν εις την Μητρόπολιν των Αθηνών. Στις 8 Απριλίου του 1921, ανεκηρύχθη Άγιος.

Στις 25 Μαρτίου του 1872, έγιναν τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα Του, στο Πανεπιστήμιον των Αθηνών. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης έγραψε και απήγγειλεν αυτό το μακροσκελέστατον και αριστουργηματικόν ποίημα, από το οποίον ακολουθούν ελάχιστοι, χαρακτηριστικοί στίχοι, λόγω ελλείψεως χώρου:

«Πως μας θωρείς ακίνητος… που τρέχει ο λογισμός σου;

Τα φτερωτά σου όνειρα, γιατί στο μέτωπό σου,

να μην φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσές ελπίδες,

όσες μας δίδει η όψις σου, παρηγοριές και ελπίδες;

 

Είχεν προβάλει από μακρά πουλί κυνηγημένο,

σαν σύννεφο με το βορειά και μαυροφορεμένο

σκοτείδιασε τον ουρανό με τα πλατιά φτερά του

και με φωνή που ξέσκιζε σκληρά τα σωθικά του

ερρέκαξε και βρόντησε… «Χτυπάτε πολεμάρχοι!

Απ΄άκρη σ΄ άκρη ο χαλασμός… Κρεμούν τον ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΝ…»

Η Εκκλησίαν τιμά την μνήμην Του στις 10 Απριλίου, την ημέραν «του δι΄ αγχόνης μαρτυρικού θανάτου Του».

Αγαπητοί μου Αναγνώστες, ας υμνήσομεν και ημείς, ως Έλληνες, τον ένδοξον αυτόν Πατριάρχην, ψάλλοντας το κάθισμα της εορτής: «Επέλαμψεν ιδού, η αγία ημέρα, της θείας εορτής, του σοφού Πατριάρχου, ηρώων απόγονοι, ευσεβέστατοι Έλληνες, ταύτην σήμερον, περιχαρώς ομού πάντες εορτάσομεν, της γαρ ημών σωτηρίας, η πρόξενος γέγονε».

Μαρία Τσακανίκα

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *