Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος

Νίτη Ειρήνη«Ο Aυτισμός δεν είναι κάτι που ένα άτομο έχει, ή ένα «κέλυφος» μέσα στο οποίο είναι παγιδευμένο… Ο Αυτισμός είναι ένας τρόπος ύπαρξης» (Jim Sinclair). Η διακήρυξη, λοιπόν, των αυτιστικών ατόμων υποχρεώνει όλους μας να μην εκφραζόμαστε γι’ αυτά, σαν να ζουν με μια ασθένεια, «με Αυτισμό». Κατ’ αυτή, επομένως, την έννοια είναι αυτιστικά άτομα και όχι άτομα με Αυτισμό.

Ο όρος Αυτισμός προέρχεται από την ελληνική λέξη «εαυτός – εαυτισμός», που σημαίνει αποσύνδεση από το περιβάλλον και τους άλλους, στροφή, αναδίπλωση, κλείσιμο, απορρόφηση στον εαυτό.

Χρησιμοποιήθηκε από τον Kanner το 1943, ο οποίος τη δανείστηκε από το λεξιλόγιο της σχιζοφρένειας, που αποτελούσε τότε ένα από τα παθογνωμονικά της συμπτώματα, για να περιγράψει τα παιδιά που παρουσίαζαν:

  • σημάδια απομόνωσης
  • ανικανότητα να επικοινωνήσουν με τους άλλους ανθρώπους
  • εμμονή στην επιθυμία γι ομοιομορφία
  • επιμονή σε επαναλαμβανόμενες δραστηριότητες
  • φτωχή γλωσσική ανάπτυξη.

Έχει χαρακτηριστεί ως διαταραχή «φάσματος», επειδή η κλινική του εικόνα δεν είναι ομοιογενής.

Ο Αυτισμός συνεπάγεται έκπτωση στους παρακάτω τομείς:

  • Αμοιβαίες κοινωνικές συναλλαγές
  • Επικοινωνία
  • Γενική συμπεριφορά με στερεότυπες και διασπαστικές αντιδράσεις
  • Ενδιαφέροντα
  • Δραστηριότητες

Για πολλά χρόνια, ακόμη και μετά την κλινική διαφοροποίησή του, ένας μεγάλος αριθμός αυτιστικών παιδιών είχε ταξινομηθεί σε ομάδες παιδιών με Σχιζοφρένεια ή Νοητική Υστέρηση. Οι διαφορές όμως, που διαχωρίζουν τον Αυτισμό από τη Σχιζοφρένεια ή τη Νοητική Υστέρηση, είναι βασικές (Γ.Μ.Σπετσιώτης):

Για να διαγνωστεί ο Αυτισμός, σύμφωνα με το DSM-IV-TR, πρέπει να υπάρχουν δύο τουλάχιστον γνωρίσματα από τις παρακάτω περιοχές, και να έχουν εμφανιστεί στο παιδί πριν την ηλικία των 3 χρόνων:

α) Κοινωνικότητα:

  • ελάχιστη ως ανύπαρκτη βλεμματική επαφή
  • αδυναμία ανταπόκρισης σε κοινωνικές εκδηλώσεις, νοήματα, χειρονομίες (π.χ. χαιρετισμοί)
  • αδυναμία να δημιουργήσει φιλίες
  • φαίνεται απομονωμένο και αδιάφορο για τους ανθρώπους γύρω του
  • χρησιμοποιεί τους άλλους σαν «εργαλεία», οδηγώντας τα χέρια τους, για να πάρει ένα αντικείμενο που επιθυμεί
  • δεν μιμείται σε κανένα παιχνίδι.

β) Επικοινωνία:

  • ηχολαλεί
  • έχει μονότονο λόγο, χωρίς τόνο και χρώμα στη φωνή
  • παρουσιάζει έλλειψη μιμητικού παιχνιδιού και τυχαίο λόγο
  • κάνει αντιστροφή των αντωνυμιών «εγώ»-«εσύ»
  • δείχνει ανελαστικότητα στις διαδικασίες σκέψης
  • 40% των αυτιστικών παιδιών δεν αναπτύσσει λόγο
  • Κατά την ηλικία των 3-4 ετών το παιδί μπορεί να χάσει τις λέξεις, που είχε μάθει να λέει, όταν ήταν μικρότερο (έως 18 μηνών).

γ) Συμπεριφορά

  • κάνει στερεότυπες κινήσεις (π.χ. «φτερούγισμα» των χεριών και των δαχτύλων, χτύπημα κεφαλιού, δάγκωμα χεριού)
  • κατά διαστήματα οι στερεοτυπίες μεταφέρονται και σε φράσεις(π.χ. Τι ώρα είναι; Πότε φεύγω; Σήμερα είναι…)
  • αντιδρά υπερβολικά σε έντονους εξωτερικούς ήχους
  • παρουσιάζει οσφρητικές και γευστικές υπερευαισθησίες
  • έχει ανάγκη την επανάληψη της καθημερινής ρουτίνας
  • ταυτίζεται υπερβολικά με κάποια αντικείμενα και δεν θέλει να τα αποχωρίζεται.

Αν η διάγνωση του παιδικού Αυτισμού αποτυπωθεί σε ένα τρίγωνο, «Διαγνωστικό Τρίγωνο Αυτισμού»(Γ. Μ. Σπετσιώτης), στην πάνω κορυφή βρίσκεται η ποιοτική έκπτωση στις κοινωνικές σχέσεις, και οι διαταραχές στην ανάπτυξη της αμοιβαίας κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Στη μία κάτω κορυφή βρίσκονται οι ανεπάρκειες στη λεκτική και μη λεκτική επικοινωνία, και στην ικανότητα για δραστηριότητες, που σχετίζονται με τη φαντασία. Στην άλλη κάτω κορυφή παρουσιάζεται το περιορισμένο και φτωχό περιεχόμενο δραστηριοτήτων, ενδιαφερόντων και συμπεριφορών.

Ειρήνη Νίτη (Δασκάλα στην Ειδ. Αγωγή & Εκπ/ση

Λογοθεραπεύτρια

Συστημική Θεραπεύτρια –

Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας)

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *