ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ

Γράφει η θεατρολόγος, Κριτικός Θεάτρου

ΚΑΛΛΙΟΠΗ Γ. ΡΑΠΑΝΑΚΗ

 

 

Πόθος και Πάθοςb_9358_or_IMG_2362

 

Η ζωή και ο θάνατος, η λύτρωση του κυνηγημένου από τα κοινωνικά στερεότυπα ανθρώπου που βρίσκει καταφυγή στη φαντασία, η απειλή του χρόνου που αφήνει τα σημάδια του στο ανθρώπινο σώμα είναι μερικά από τα θέματα που στοιχειώνουν το «Λεωφορείο ο πόθος» ή «Το τραμ που ονομάζεται Πόθος»(1947) του Τεννεσί Ουίλιαμς(1911-1983) το οποίο παρουσιάζεται στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά σε μετάφραση Αντώνη Γαλέου και σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού.

Η Μπλανς Ντυμπουά, μία δασκάλα αγγλικών από το Μισισίπι, φτάνει στη Νέα Ορλεάνη ψάχνοντας να βρει το σπίτι της Στέλλας της αδελφής της. Για να πάει μέχρι εκεί έχει προηγουμένως πάρει ένα τραμ που λεγόταν «Πόθος» κατόπιν ένα άλλο με το όνομα «Νεκροταφεία» και τελικά φτάνει στην συνοικία «Ηλύσια Πεδία» όπου ζει η Στέλλα. Στην ελληνική μυθολογία τα «Ηλύσια Πεδία» είναι ο τόπος των νεκρών. Αργότερα, κατά την ανέλιξη της πλοκής, υπάρχει μία γυναίκα η οποία πουλάει λουλούδια για τους νεκρούς. Τα σύμβολα του θανάτου είναι κυρίαρχα στο συγκεκριμένο έργο. Είναι γεγονός ότι ο Ουίλιαμς είχε τον φόβο του θανάτου στην πραγματική του ζωή.

Όμως, στο «Τραμ» ανάμεσα στη σκιά του θανάτου, το σεξ και ο έρωτας ως κυρίαρχα στοιχεία της φύσης και της ζωής διαμορφώνουν τις αντίθετες δυνάμεις που φέρνουν τον άνθρωπο αντιμέτωπο με το αντίδοτο της αισιοδοξίας και της δημιουργίας. Ανάμεσα στη Μπλανς Ντυμπουά και τον Πολωνό Στάνλεϊ Κοβάλσκι, τον άνδρα της Στέλλας, της αδελφής της, υπάρχει η υπόκωφη κραυγή μίας συνεχούς απειλής που διατυπώνεται με τον βιασμό της Μπλανς από τον Κοβάλσκι. Στη φαντασία και στο μισοσκόταδο που κρύβει το πέρασμα του χρόνου στο σώμα της, καταφεύγει η Μπλανς πριν οδηγηθεί στο ψυχιατρείο.

Ανάμεσα σε ψέματα μικρά και μεγάλα που πλαισιώνουν την ψευδή εικόνα της προς τα έξω, υπάρχει η ευάλωτη σκιά της που σκιαγραφεί μία εύθραυστη προσωπικότητα που σπάει και λυγίζει ως λεπτεπίλεπτος μίσχος βεβαρημένος από τα κατά συνθήκη ψεύδη και τις κοινωνικές απαγορεύσεις. Είναι γεγονός ότι η πτώση της είναι συνυφασμένη με την απώλεια του πατρογονικού σπιτιού. Από την στιγμή που το Μπελ Ρεβ χάνεται από κακοδιαχείριση και χρέη, οι ρίζες από την οικογενειακή εστία αποκόπτονται και η Μπλανς μένει μετέωρη στο χάος του κόσμου και στο έρεβος των σεξουαλικών επιθυμιών της που την κατακυριεύουν. Στην εναρκτήρια σκηνή του έργου, η Μπλανς εξηγεί στην Στέλλα ότι οι κηδείες είναι ένα αξιοπρεπές κοινωνικό γεγονός πολύ διαφορετικό από την απειλή του θανάτου και την φθορά του σώματος αλλά και της ψυχής που διακατέχει τους ετοιμοθάνατους. Εμπειρία που έχει σφραγίσει την ζωή της αφού ήταν παρούσα στις θανατηφόρες ασθένειες των πιο κοντινών συγγενών της οικογένειας.

Στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, η σκηνοθεσία του Μιχαήλ Μαρμαρινού προσεγγίζει το συγκεκριμένο έργο με πολλά και αξιόλογα στοιχεία χωρίς να διαφαίνεται κάποιος συγκροτημένος στόχος ο οποίος να υποστηρίζει μία ουσιαστικά καινούργια ανάγνωση του κειμένου. Η παράσταση αρχίζει με αναμμένα φώτα και το έξοχο τραγούδι της Ευαγγελίας Καρακατσάνη σε τζαζ ήχους η οποία και στη συνέχεια του έργου τραγούδησε θαυμάσια στην πολύ καλή μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου.

Κυρίαρχη είναι η ζωντανή μουσική επί σκηνής από όπου και αποχωρεί όλος ο θίασος  διασχίζοντας την πλατεία στο τέλος του έργου. Το video wall-αρκετά συνηθισμένο στοιχείο των σύγχρονων θεατρικών παραστάσεων τόσο στη χώρα μας όσο και στο εξωτερικό- κυρίως απεικονίζει το εσωτερικό του σπιτιού των Κοβάλσκι (σκηνικό-κοστούμια: Eύα Νάθενα) ή χρησιμοποιείται ως οθόνη όπου γράφονται ορισμένες φράσεις. Με σκηνοθετική πρόβλεψη, πολλές φορές οι ηθοποιοί παίζουν κατά μέτωπο και ορισμένες στιγμές απευθύνονται στους θεατές είτε από την σκηνή είτε κατεβαίνοντας στην πλατεία. Σε πολύ ήπιους τόνους, δεν έπεισε ως Στάνλεϊ Κοβάλσκι ο Χάρης Φραγκούλης.

Κερδίζει όμως στα σημεία των περιπτύξεων του με την πραγματικά εξαιρετική Θεοδώρα Τζήμου (Στέλλα) η οποία με άπλετη φυσικότητα «τιτιβίζει» από ερωτική προσμονή στην αγκαλιά του συζύγου της. Ψηλή, αριστοκρατική και επιβλητική η Μαρία Ναυπλιώτου εντυπωσιάζει με την είσοδό της στη σκηνή ως Μπλανς. Είναι εμφανές από την θαυμάσια ερμηνεία της, ειδικά στις συναισθηματικές μεταπτώσεις του δραματικού χαρακτήρα, ότι η ηθοποιός έχει δουλέψει πολύ σκληρά έτσι ώστε να φέρει στην επιφάνεια την αντίθεση ανάμεσα στην επιβλητική εμφάνιση της Μπλανς και την ευάλωτη εσωτερικότητα της ψυχικής ανισορροπίας που διέπει την συγκεκριμένη ηρωίδα του Τεννεσί Ουίλιαμς. Πολύ καλά υποδύθηκε τον ρόλο του Μιτς, ο Άγγελος Τριανταφύλλου. Μία ενδιαφέρουσα παράσταση.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *