ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ

 

Γράφει η θεατρολόγος

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΡΑΠΑΝΑΚΗ

«Ο Τροβαδούρος»ΤΡΟΒΑΔΟΥΡΟΣ

Το 1836 στη Μαδρίτη παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το θεατρικό έργο «Ο τροβαδούρος» του διάσημου ισπανού συγγραφέα εκείνης της ιστορικής περιόδου Αντόνιο Γκαρθία Γκουτιέρρεθ και είχε μεγάλη επιτυχία. Ο Βέρντι είχε υπ’ όψιν του το συγκεκριμένο κείμενο και είχε μαγευτεί από τον χαρακτήρα της τσιγγάνας Ατσουτσένας στο έργο, στοιχείο που τον προέτρεψε να αρχίσει τον σχεδιασμό  μίας νέας όπερας μετά την επιτυχία του Ριγολέττου. Ως εκ τούτου, ανέθεσε το λιμπρέτο στον Σαλβατόρε Καμμαράνο με έμφαση στον πρωταγωνιστικό ρόλο της τσιγγάνας. Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Καμμαράνο (1852), την συγγραφή του κειμένου της όπερας ανέλαβε ο Λεόνε Εμανουέλε Μπαρντάρε ο οποίος παράλληλα με τον ρόλο της Ατσουτσένας ανέπτυξε ισομερώς και αυτόν της Λεονόρας στο έργο, με την συγκατάθεση του συνθέτη. (Άρθρο: NIKOS A. ΔΟΝΤΑΣ «Φλογερά, ακραία συναισθήματα» από το πρόγραμμα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για την παράσταση «Ο Τροβαδούρος» στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού 21-23-25-27 Ιουλίου 2017, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών).

Είναι γεγονός,  ότι ο «Ο Τροβαδούρος» του Βέρντι μετά την πρώτη παγκόσμια παρουσίασή του, στο Θέατρο Απόλλων στην Ρώμη στις 19 Ιανουαρίου 1853 είχε ανοδική πορεία και τεράστια διαχρονική επιτυχία. Στο ποιητικό κείμενο της συγκεκριμένης όπερας του Βέρντι υπάρχει ένα κουαρτέτο χαρακτήρων, δύο δυναμικές ανδρικές παρουσίες και δύο εξ ίσου δημιουργικές γυναικείες μορφές. Μέσα από τέσσερα μέρη, η όπερα διαπραγματεύεται έρωτες και πάθη κατά τον 15ο αιώνα στην Ισπανία όπου ο ρομαντικός έρωτας στοιχειώνεται από τις προκαταλήψεις για τις μάγισσες αλλά και για τις μαγικές ιδιότητες που είχαν οι τσιγγάνες σύμβολα της ελευθερίας και της ζωής σε άμεση συνάρτηση με τη φύση.

Πολλά από τα γεγονότα της όπερας τα μαθαίνουν οι θεατές στο πρώτο μέρος του έργου όπου ο Φερράντο, ο επικεφαλής του στρατού του κόμη Ντι Λούνα του νεώτερου, αφηγείται γεγονότα τα οποία συνέβησαν πριν από είκοσι χρόνια. Μία τσιγγάνα κάηκε στην πυρά ως μάγισσα και ζήτησε από την κόρη της Ατσουτσένα να εκδικηθεί τον θάνατό της.

Σε αυτή την όπερα του Βέρντι όπου αληθεύει η ρήση του διάσημου Ιταλού τενόρου Ενρίκου Καρούζο «{…}πως για να πετύχει μία παράσταση του «Τροβαδούρου» απαιτούνται οι τέσσερεις καλύτεροι τραγουδιστές στον κόσμο», πράγματι η παράσταση της ΕΛΣ φέτος στο Ηρώδειο (είδαμε την παράσταση 23-07-2017) διέθεσε ένα έξοχο κουαρτέτο ερμηνευτών: Υπέροχος ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς ως Κόμης Ντι Λούνα, ο νεότερος, εξαιρετική ως Λεονόρα η υψίφωνος Τσέλια Κοστέα, συναρπαστική ως Ατσουτσένα η Μολδαβή μεσόφωνος Ελένα Κασσιάν, θαυμάσιος ο Ιταλός τενόρος Βάλτερ Φρακκάρο ως Μανρίκο (Τροβαδούρος) αξιωματικός στον στρατό του πρίγκιπά Ούργελλου και αντίπαλος του Ντι Λούνα του νεώτερου στον εμφύλιο της Ισπανίας του 15ου αιώνα. Πάρα πολύ καλός και ο Τάσος Αποστόλου στο ρόλο του Φερράντο. Η μουσική διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη έδωσε σαφώς προτεραιότητα στις φωνές. Το «Μιζερέρε» αποδόθηκε με δύναμη από την Χορωδία εκτός σκηνής.

Ο Στέφανο Πόντα που ανέλαβε τη σκηνοθεσία, τα σκηνικά, τα κοστούμια και τους φωτισμούς της παράστασης έντυσε με βαριά ρούχα-μαύρα με κόκκινο τους Τσιγγάνους και τους στρατιώτες με μαύρα και μαύρες σημαίες-. Στοιχείο που δεν βοήθησε την άνετη κίνηση των τραγουδιστών. Στη σκηνή, αριστερά από την μεριά των θεατών, μέσα σε μία λιμνούλα, υπήρχε μία παλάμη με τεράστια δάχτυλα και λίγο πιο εκεί, ένα μεγάλο ανθρώπινο μάτι. Δεξιά, πάλι μέσα σε μία λιμνούλα ένα, γυμνό από φύλλα, δένδρο και λίγο μακρύτερα μία σφαίρα με ανθρώπινα κεφάλια. Εικόνα που θύμιζε πίνακες του Ιερώνυμου Μπός. Στο δεύτερο μέρος της όπερας είδαμε ημίγυμνους άνδρες σε τελετουργική αργή κίνηση. Στο τέταρτο μέρος, ένας άνδρας με αίμα συστρεφόταν ως σύμβολο θύματος βασανιστηρίων στο δεξί μέρος της σκηνής από την μεριά των θεατών. Θεωρούμε ότι λιγότερο «φορτωμένη» σκηνογραφικά και ενδυματολογικά η συγκεκριμένη όπερα θα είχε πολύ καλύτερο αποτέλεσμα.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *