ΕΥΘΥΜΑ ΚΑΙ ΣΟΒΑΡΑ ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΜΒΕΙ ΣΕ ΚΥΝΗΓΟ

πετριδης-πισιδης αθανασιος

ΓΡΑΦΕΙ: Ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ-ΠΙΣΙΔΗΣ

Διανύουμε περίοδο κυνηγίου, που είναι η χαρά της συμπαθούς τάξης των κυνηγών. Από τον Αύγουστο αρχίζουν να προετοιμάζονται. Εφοδιάζονται με τα απαραίτητα – φυσίγγια και όλα τα σχετικά – καθαρίζουν τα δίκαννα, λαδώνουν τα σημεία που χρειάζονται λάδωμα και μετά τρέχουν στα δάση, στις ραχούλες κι αρχίζει το μπαμ-μπουμ κι αλίμονο σε πουλί πετούμενο που θα βρεθεί μπροστά τους. φεύγουν πρωί απ’ τα χαράματα και γυρίζουν κατάκοποι αργά το βράδυ με τη … λεία τους, 1 ή 2 κοτσύφια, αρκετά σπουργίτια και καμιά φορά αν είναι τυχεροί κανέναν λαγό. Ωστόσο, κι ακόμη είναι φτωχό το θήραμα, δεν στενοχωριούνται, αρκεί που έκαναν το κέφι τους στη φύση και στον καθαρό αέρα μακριά από το καυσαέριο και τη φασαρία της πόλης.

Το κακό είναι πως φεύγοντας από το σπίτι μπορεί να συμβούν μερικά ανεπιθύμητα γεγονότα για τον κυνηγό, όπως το παρακάτω περιστατικό. Συναντιούνται δυο φίλοι μετά από χρόνια κι αφού τα λένε προτείνει ο ένας να βρεθούν μια μέρα για να τα πουν πίνοντας ένα ουζάκι σε κανένα μπαρ. «Τι λες για την Τετάρτη;» «Αποκλείεται, γιατί κάθε Τετάρτη ο Φώτης πάει για κυνήγι», λέει ο άλλος. «Για το Σάββατο;» «Ούτε Σάββατο ούτε Κυριακή, γιατί πάει για κυνήγι ο Φώτης». Ο άλλος απορεί: «Καλά ρε φίλε, ποιος είναι ο Φώτης;» «Να σου πω. Δεν τον έχω δει ποτέ. Όταν πηγαίνει αυτός για κυνήγι, εγώ πηγαίνω σπίτι του και «παίζω» με τη γυναίκα του».

Επίσης μπορεί να συμβούν κι ευχάριστα γεγονότα για μερικούς κυνηγούς, όπως το παρακάτω: ένας δάσκαλος κι ένας γυμναστής μετά από ένα κουραστικό κυνήγι χάνονται μέσα στο δάσος, ώσπου διακρίνουν μακριά ένα φως. Ζυγώνουν και βλέπουν μια εξοχική κατοικία. Χτυπούν την πόρτα και τους ανοίγει μια όμορφη κυρία γύρω στα 50, η οποία χωρίς δισταγμό τους φιλοξενεί, ενώ καρφωμένα τα μάτια της στον γυμναστή. Μετά το φαγητό τους βάζει να κοιμηθούν σε χωριστά δωμάτια. Το πρωί την ευχαριστούν και φεύγουν. Είχαν περάσει 7 μήνες από τότε, όταν ο δάσκαλος τηλεφώνησε στον γυμναστή και ζήτησε να συναντηθούν. Έγινε η συνάντηση και τον ρώτησε: «Δεν μου λες, Νότη, όταν μας φιλοξένησε εκείνη η κυρία, τότε που χαθήκαμε, έκανες έρωτα μαζί της;» «Ναι, ρε φίλε, κι επειδή είμαι παντρεμένος έδωσα το όνομα και το τηλέφωνό σου, όταν ζήτησε το δικό μου. Πειράζει;» «Όχι, Νότη, ξέρεις πέθανε και άφησε όλη της την περιουσία σε μένα!»

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *