Ευχάριστες και Διδακτικές Ιστορίες

Από κείμενα, που εγγράφησαν, μεταξύ των ετών 1837 και 1844, από λόγιους της εποχής εκείνης, θα αναφέρομε μερικά. Είναι ιστορίες, που συνδυάζουν το τερπνόν μετά του ωφελίμου, το ευχάριστο με το διδακτικό, την ηθική διαπαιδαγωγηση, την γνώση με την μάθηση, καθώς και την φιλοσοφία των σοφών της εποχής. Εφαρμόζοντες και τη ρήση του Προφήτη Δανιήλ «Έως διδαχθώσι πολλοί και πληθυνθή η γνώσις». (Δανιήλ ιβ΄4).ώστε και εμείς γράφοντας συντελέσομεν στην ωφέλειαν των αναγνωστών.

Ιδιώτης υπερήφανος για τα πλούτη του, ερώτησε περιφρονητικά έναν μορφωμένο, γιατί οι σοφοί συχνάζουν εις τας θύρας των πλουσίων, οι δε πλούσιοι σχεδόν ποτέ δεν συχνάζουν στας θύρας των σοφών. Η εξήγηση απλουστάτη. Απεκρίθη ο μορφωμένος, Οι σοφοί γνωρίζουν την αξίαν των χρημάτων, ενώ οι πλούσιοι δεν γνωρίζουν την αξίαν της σοφίας.

Κάποιος νέος καθήμενος πλησίον του πατρός του, ενώ τον έβλεπε διαρκώς να παίζει και να χάνει, άρχισε να κλαίει. Ερωτηθείς δε από τον πατέρα του, γιατί κλαίει, απεκρίθη ο υιός. Πατέρα, διάβασα, ότι, όταν ο Μ. Αλέξανδρος μάθαινε για τις νίκες και τις κατακτήσεις του πατέρα του, έκλαιε και έλεγε στον πατέρα του. Πατέρα, δεν θα αφήσεις τίποτα και σε μένα να κατακτήσω; Αντίθετα εγώ θα θρηνολογώ και θα λέγω, δεν θα με αφήσεις και μένα κάτι να χάσω;

ΙΟΥΔΑΪΚΟΣ ΜΥΘΟΣ

Ένας Ραββίνος αναγκασθείς, από βίαιο διωγμό να αφήσει την πατρίδα του, περιπλανιόταν σε αμμώδεις ερημιές, κάπου να βρει να μείνει. Μαζί του είχε ένα λυχνάρι, για να βλέπει να διαβάζει το Νόμο του Θεού, ένα πετεινό, αντί για ρολόι, για να του λέει την ώρα και έναν όνο, για μεταφορικό μέσον.

Κάποια στιγμή φθάνει σε ένα χωριό, αλλά κανείς δεν του δίνει κάποιο κατάλυμμα. Συνεχίζει να βαδίζει, φτάνει σ’ ένα δάσος και σκέπτεται να ξαπλώσει κάπου εκεί, για να περάσει την νύχτα του. Ανάβει το λυχνάρι του και αρχίζει να διαβάζει, ξαφνικά φυσάει ένας άνεμος και σβήνει το λυχνάρι. Χωρίς να απελπιστεί λέγει «δίκαιος ο Θεός, κάθε εμπόδιο για καλό». Έτσι ξαπλώνει κάτω να κοιμηθεί, όμως ένας άγριος λύκος ορμά και τρώγει τον πετεινό. Ω! Θεέ μου, άλλο δυστύχημα. Ήρεμος ξαναλέει «δίκαιος ο Θεός. Αυτός ξέρει τι είναι ωφέλιμο για τον άνθρωπο». Λέγοντας αυτά φοβερός λέων έρχεται και τρώγει τον όνον. Ξαναλέει τα ίδια και περιμένει πια να ξημερώσει, για να πάει στο χωριό να προμηθευτεί όσα έχασε. Πράγματι με την ανατολή ξεκινάει για το χωριό, μα δεν βρίσκει κανένα ζωντανό. Την νύχτα συμμορία ληστών έχει φονεύσει όλους τους κατοίκους. Ο μόνος ζωντανός είναι αυτός. Τότε υψώνει τα χέρια του και τα μάτια του στον ουρανό και λέει: «Ω! Μεγάλε Θεέ, οι ταλαίπωροι θνητοί, πολλάκις εθελοτυφλούν και βλέπουν ως δεινά αυτά, που είναι προς σωτηρία της ψυχής τους. Συ μόνον είσαι δίκαιος, ευμενής και ελεήμων. Διότι, αν οι σκληροκάρδιοι χωρικοί δεν με έδιωχναν εκείνο το βράδυ, θα με είχαν φονεύσει οι ληστές, Αν δεν είχε σβήσει ο λύχνος θα με έβλεπαν οι ληστές και θα είχα την ίδια τύχη με τους άλλους χωρικούς. Νοώ ,Θεέ μου, το έλεός Σου, με εστέρησες των δύο συντρόφων μου, αλλά με έσωσες, διότι με τον θόρυβό τους θα προκαλούσαν τους κακοποιούς και θα με ανακάλυπταν. «ΕΥΛΟΓΗΤΟΝ ΕΙΗ, ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΑΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ».

Μαρία Τσακανίκα

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *