Η ζωή μετά την 11η Ιανουαρίου του 1944

του Στέφανου Μίλεση

ΖΩΗΆλλη μια επέτειος του φρικτού βομβαρδισμού του Πειραιά της 11ης Ιανουαρίου του 1944, πλησιάζει. Έχω μιλήσει πολλές φορές για το «βομβαρδισμό του Πειραιά» και έχω γράψει δεκάδες άρθρα από αυτή την εφημερίδα αλλά και ραδιοφωνικές εκπομπές, περιγράφοντας λεπτό προς λεπτό το χρονικό του βομβαρδισμού, που έμεινε στην ιστορία να καλείται «συμμαχικός». Οι δημοσιεύσεις επί του θέματος βρίσκονται τα τελευταία δέκα χρόνια αναρτημένες στο διαδίκτυο για όποιον επιθυμεί να αντλεί στοιχεία. Τα δημοσιευμένα στοιχεία αφορούν στο χρονικό εκείνης της ημέρας, στον αριθμό των θυμάτων, στην καταγραφή της καταστροφής της υποδομής της πόλης, στα βιβλία πτήσεων της αμερικανικής μοίρας και πολλά άλλα. Όπως είναι γνωστό από το 1944 μέχρι και σήμερα, κάθε χρόνο μνημόσυνο τελείται στο κοιμητήριο «Ανάστασις», διοργανωμένο από τον Δήμο Πειραιά, καθώς εκεί υπάρχει μνημείο αφιερωμένο στους νεκρούς του βομβαρδισμού. Ωστόσο αξίζει για την ιστορία να σημειωθεί ότι το πρώτο μνημόσυνο τελέσθηκε στον Ι.Ν. Ευαγγελιστρίας Πειραιώς, εκείνη την ίδια χρονιά του 1944, στις 5 Μαρτίου που ήταν τότε ημέρα Κυριακή. Το μνημόσυνο ήταν ειδικά αφιερωμένο στην υποδιευθύντρια της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Πειραιώς την Ισμήνης Τζαβάρα, στη δασκάλα της Επαγγελματικής Σχολής Ηρώ Νάκου και σε άλλες έξι δασκάλες της ίδιας σχολής, καθώς και στις 15 εργατοτεχνίτριες της Δημοτικής υπηρεσίας του «Ρούχου του Φτωχού Παιδιού» που σκοτώθηκαν μέσα στο καταφύγιο της «Ηλεκτρικής» στη Λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου.

Βεβαίως οι δασκάλες της Σχολής Ηρώ Νάκου με την Κούλα Γεωργοπούλου σκοτώθηκαν όχι εντός του καταφυγίου αλλά στο εστιατόριο του Βίρβου που επίσης βομβαρδίστηκε, περιελήφθησαν όμως κι αυτές ως θύματα της «Ηλεκτρικής». Εκείνο το μνημόσυνο της 5ης Μαρτίου, ήταν στην ουσία η πρώτη εκδήλωση υπέρ των φονευθέντων του μεγάλου βομβαρδισμού, έστω κι αν δεν αφορούσε όλους του φονευθέντες εκ βομβαρδισμού Πειραιώτες, παρά μόνο συγκεκριμένους. Ο ναός ήταν εκείνη την Κυριακή ασφυκτικά γεμάτος από Πειραιώτες, ενώ στο μνημόσυνο χοροστάτησε ο Μητροπολίτης Γρεβενών Θεόκλητος Σφήνας. Παρέστη και ο ίδιος ο κατοχικός Πρωθυπουργός ο Ι. Ράλλης αλλά δυστυχώς και όλοι οι εκπρόσωποι των αρχών κατοχής, καθώς οι Γερμανοί άδραξαν την ευκαιρία να προβάλλουν μέσω της προπαγάνδας τους τα δεινά που προκάλεσε ο «συμμαχικός» βομβαρδισμός στους Πειραιώτες λες και οι ίδιοι δεν είχαν προκαλέσει ανάλογα δεινά στο λαό και ήταν άμοιροι ευθυνών! Παρότι όμως ήταν Μάρτιος και η άνοιξη βρισκόταν προ των πυλών, ο Πειραιάς θύμιζε εν μέρει άδεια πόλη! Οι κάτοικοι που οικονομικά ήταν εύρωστοι είχαν νοικιάσει σπίτια αλλού και δεν είχαν διάθεση να επιστρέψουν σε μια πόλη που δεν ήταν απίθανο να βομβαρδιστεί και να καταστραφεί ξανά εκ θεμελίων. Αυτοί πάλι που δεν ήταν οικονομικά εύρωστοι διέμεναν πρόχειρα ως φιλοξενούμενοι σε Αθηναϊκές οικογένειες. Πολλοί είχαν την πρόθεση να επιστρέψουν στον Πειραιά αν τα σπίτια τους υπήρχαν. Αν όμως δεν υπήρχαν και ήταν κατεστραμμένα, τότε δημιουργείτο μια κατάσταση δύσκολη.

Η Επιτροπή Στεγάσεως Πειραιώς που στο μεταξύ είχε δημιουργηθεί έχοντας γραφείο στην οδό Τσαμαδού, είχε συστήσει συνεργείο επιθεώρησης που κατέγραφε τα οικήματα που ενώ ήταν σώα, οι ένοικοί τους τα είχαν εγκαταλείψει. Αφού τα μέλη της επιτροπής επιθεωρήσεως κατέγραψαν ένα σημαντικό αριθμό οικημάτων, κυρίως επί της οδού Βενιζέλου (πρώην Ηφαίστου) και στη Ναυάρχου Μπήτυ, έδωσαν προθεσμία επτά ημερών στους ιδιοκτήτες για να επιστρέψουν σε αυτά, διαφορετικά θα προχωρούσαν στην επίταξή τους προκειμένου να στεγάσουν άλλους άστεγους βομβόπληκτους Πειραιώτες που επιθυμούσαν να επιστρέψουν στην πόλη. Πολλές πειραϊκές οικογένειες διέμεναν επίσης πρόχειρα, σε οικήματα σχολείων. Ο μεγαλύτερος αριθμός πειραϊκών οικογενειών φιλοξενήθηκε στο Έκτο Δημοτικό Σχολείο Χαροκόπου. Οι ιστορίες και οι αφηγήσεις που πλανιόνταν σαν φαντάσματα πάνω από την κατεστραμμένη πόλη έδιναν κι έπαιρναν. Ο χρονογράφος Δημήτρης Ψαθάς καταγράφει μια από αυτές. Οι Πειραιώτες φεύγοντας από το σπίτι τους για την Αθήνα, είχαν μαζί τους στρώματα, κουβέρτες και διάφορα άλλα απαραίτητα για τον ύπνο τους. Ένας άντρας και μια γυναίκα που κρατούσε στην αγκαλιά της το μωρό διπλοτυλιγμένο σε κουβέρτες για να το προφυλάξει από το κρύο. Αλλά καρότσι δεν υπήρχε πουθενά για να διευκολυνθεί η μεταφορά. Έξαφνα βλέπει μακριά έναν άνθρωπο με ένα καροτσάκι, τρέχει και του φωνάζει. Η γυναίκα εν τω μεταξύ ακουμπά το μωρό πάνω στα στρώματα διπλοτυλιγμένο όπως ήταν για να μπει για λίγο στο σπίτι και να φέρει κάτι ακόμα. Γυρίζει. Κι έντρομη βάζει τις φωνές. Το μωρό! Το μωρό δεν ήταν πια στη θέση του. Λωποδύτης πρόλαβε στο μικρό αυτό διάστημα να βουτήξει τις κουβέρτες. Και καθώς δεν αντιλήφθηκε το μωρό πάνω στη βία του, το βούτηξε κι αυτό μαζί με ότι πρόλαβε να αρπάξει! Πολλές αθηναϊκές οικογένειες, εύπορες κυρίως, του Κολωνακίου θα της αποκαλούσαμε σήμερα, αντιδρούσαν στην επίταξη δωματίων που περίσσευαν, για τη στέγαση των βομβοπλήκτων Πειραιωτών. Και πάλι ο Ψαθάς καταγράφει το γεγονός. Κυρία Αθηναία παραπονιόταν στην Επιτροπή Στεγάσεως για την κατάσταση «Μου έφεραν πέντε Πειραιώτες!», «Ε, τι να γίνει; Υπομονή. Δύσκολοι είναι οι καιροί. Ολόκληρη τραγωδία έγινε στον Πειραιά. Πού θα στεγαστεί αυτός ο κόσμος; Ο καθένας πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί» της απάντησε ο υπάλληλος της επιτροπής. Και η κυρία συνεχίζει το παράπονο «Ναι αλλά μου έφεραν κόσμο λαϊκό. Αλλά ξέρετε το σπίτι μου είναι καθώς πρέπει. Θα έπρεπε να τα προσέχετε αυτά τα πράγματα!». Γράφει τότε ο Δημήτρης Ψαράς «Ας το έχει υπόψη της η Επιτροπή Στεγάσεως να ξεδιαλέξει για ορισμένες κυρίες «καθώς πρέπει» και βομβόπληκτους «καθώς πρέπει»… Και ει δυνατόν της αριστοκρατίας. Να μπορούν να παίζουν και μπριτζ με τους ενοίκους…». Συγκίνηση τότε στους Πειραιώτες είχε προκαλέσει μεταξύ άλλων και ο θάνατος των δύο δημοτικών υπαλλήλων του Πειραιά του Αλέξανδρου Χυτήρη και του Κωνσταντίνου Κούρου. Αυτοί οι δύο φιλότιμοι υπάλληλοι του Δήμου κατά την ώρα του βομβαρδισμού βρίσκονταν στο Δημαρχείο (Ωρολόγιο) και για να προφυλαχθούν έτρεξαν εντός της Αγίας Τριάδας όπου σκοτώθηκαν καθώς βόμβα έπεσε ακριβώς πάνω της. Εντύπωση προκαλεί βεβαίως σήμερα το ότι δεν τιμούνται και έχουν λησμονηθεί από τον Δήμο Πειραιώς παρά το γεγονός ότι έπεσαν εν ώρα υπηρεσίας. Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, όλη την περίοδο που ακολούθησε μετά τον βομβαρδισμό του Πειραιά, γέμισε ο τόπος με ανακοινώσεις για «Έλληνες εργάτες στη Γερμανία». Οι Γερμανοί έδιναν την ευκαιρία όπως έγραφαν στις ανακοινώσεις τους, σε εργάτες και εργάτριες να αναχωρήσουν για τη Γερμανία προς εργασία. Είχε μάλιστα συσταθεί και σχετικό γραφείο αποστολής εργατών στην Αθήνα στην οδό Στουρνάρα 33. Η πρώτη αποστολή Ελλήνων εργατών στην Γερμανία είχε πραγματοποιηθεί και ετοιμαζόταν μια δεύτερη για τις 10 Φεβρουαρίου 1944. Η αποστολή από τον Πειραιά θα αναχωρούσε μέσω του Σταθμού Λαρίσης (Αγίου Διονυσίου). Η ανακοίνωση ότι κάθε μέρα θα χορηγείται στους εργάτες ζεστή τροφή, έκανε την αποστολή ιδιαιτέρως ελκτική. Συνιστούσε μάλιστα στους εργάτες να φέρουν μαζί τους κατά το ταξίδι πιάτο, κουτάλι, πιρούνι, μαχαίρι και ποτήρι, ίσως για να επιβεβαιώσει του λόγου το αληθές.

Για την εγγραφή θα έπρεπε ο υποψήφιος να προσκομίσει τρεις φωτογραφίες και την ταυτότητά του. Εάν ο υποψήφιος ήταν γυναίκα και μάλιστα παντρεμένη θα έπρεπε να φέρει μαζί της και σχετική έγγραφη δήλωση του συζύγου της περί αποδοχής. Στα αλήθεια οι Γερμανοί έπαιζαν παράξενα παιχνίδια στα οποία αν και είχαν υποβάλει τους λαούς σε μια ανήλεη σκλαβιά, μετατρέποντας τους ανθρώπους σε δούλους, απαιτούσαν ωστόσο την έγγραφη συγκατάθεση του συζύγου! Μετά τον βομβαρδισμό της 11ης Ιανουαρίου μαζί με την πόλη εξαρθρώθηκε πλήρως και το σύστημα παθητικής αεραμύνης. Σειρήνες, καταφύγια διαλύθηκαν, συνεργεία εκκαθαρίσεως έπαψαν να υφίστανται μετά το προσφυγικό κύμα των ανδρών που μαζί με τις οικογένειές τους έσπευσαν να βρουν ασφαλές μέρος αλλού. Η Διεύθυνση Παθητικής Αεραμύνης Πειραιώς εξέδιδε συνεχείς ανακοινώσεις με τις οποίες ζητούσε να προσλάβει δυναμικό για τη στελέχωση των συνεργείων. Η Διεύθυνση η οποία στεγαζόταν πλέον στο Μέγαρο του Πειραϊκού Συνδέσμου. Όμως προσωπικό ήταν αδύνατον να βρεθεί καθώς ο μισθός που καταβαλλόταν ήταν πληθωριστικός και έχανε την αξία του την ίδια στιγμή της καταβολής του. Οι σειρήνες στον Πειραιά μετά την 11η Ιανουαρίου ουδέποτε λειτούργησαν ή εάν λειτούργησαν ήταν ελάχιστες ως προς τον αριθμό τους, με αποτέλεσμα κανείς να μη γνωρίζει πότε θα γίνει βομβαρδισμός. Αυτή η σιγή της άγνοιας, ίσως να ήταν και η καλύτερη λύση σε έναν λαό τα νεύρα του οποίου είχαν κλονιστεί από τους διαρκείς συναγερμούς. Οι ιστορίες γύρω από τον Βομβαρδισμό της 11ης Ιανουαρίου είναι εκατοντάδες, όσες και τα θύματά του. Τουλάχιστον ας κρατηθεί ζωντανή η συλλογική μνήμη των Πειραιωτών ώστε ο βομβαρδισμός της 11ης Ιανουαρίου να μη λησμονηθεί ποτέ.

φωτο ΖΩΗ

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *