Η τραγωδία του «Χειμάρρα»

του Στέφανου Μίλεση

ΤΡΑΓΩΔΙΑΛίγο πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο τα πλοία που εκτελούσαν δρομολόγια ακτοπλοΐας από το λιμάνι του Πειραιά έφταναν τα πενήντα δύο. Όμως η καταστροφική λαίλαπα του πολέμου που ακολούθησε, εξαφάνισε σχεδόν το σύνολο του ακτοπλοϊκού στόλου. Από τα 52 πλοία της ακτοπλοΐας μας, τα 48 βυθίστηκαν από τα γερμανικά αεροπλάνα! Ωστόσο με γοργούς ρυθμούς ο ακτοπλοϊκός στόλος άρχισε και πάλι να αναγεννιέται με πλοία, τα περισσότερα εκ των οποίων, προέρχονταν από τις λεγόμενες πολεμικές αποζημιώσεις. Μέχρι το καλοκαίρι του 1946 τα 52 προπολεμικά πλοία της ακτοπλοΐας μας, είχαν αντικατασταθεί με 46 άλλα πλοία, εκ των οποίων τα 36 ήταν κρατικά, καθώς προέρχονταν από τις αποζημιώσεις που αναφέραμε. Ένα από αυτά τα 36 πλοία ήταν και το ακτοπλοϊκό σκάφος «Χειμάρρα». Επρόκειτο για ένα πρώην γερμανικό επιβατηγό πλοίο, το «Έρθα», που εκτελούσε δρομολόγια σε λιμάνια της Βαλτικής θάλασσας. Κατά τη διάρκεια του πολέμου περιήλθε στους Άγγλους που αμέσως μετασκευάστηκε σε οπλιταγωγό. Ξηλώθηκαν τα ωραία σαλόνια και τα ακριβά διαμερίσματά του και τα μετατράπηκαν σε ελεύθερους χώρους για να κάθονται στο δάπεδο απλώς και μόνο οι στρατιώτες. Όταν με τη λήξη του πολέμου εκχωρήθηκε στην Ελλάδα, η δρομολόγησή του απαιτούσε την εκ νέου μετατροπή του σε επιβατηγό.

Το «Χειμάρρα» ήταν το 34ο στη σειρά πλοίο που δόθηκε στα πλαίσια των πολεμικών αποζημιώσεων. Είχε χωρητικότητα 1221 τόνους και μπορούσε να μεταφέρει μέχρι 600 επιβάτες. Δρομολογήθηκε στη γραμμή Πειραιάς – Θεσσαλονίκη με ενδιάμεσες στάσεις το Βόλο και τη Χαλκίδα και γρήγορα απέκτησε φήμη λόγω της ταχύτητάς του. Όμως το δύο φορές μετασκευασμένο πλοίο που είχε οργώσει όλες τις θάλασσες του κόσμου κατά την περίοδο του πολέμου, ήταν γραφτό να απολεσθεί με τρόπο ανάλογο.

Η μοίρα ήθελε φαίνεται να εκδικηθεί την προκλητική ακεραιότητα που διατήρησε το σκάφος παρά τους κινδύνους που διέτρεξε στα πέντε χρόνια του πολέμου. Τα ξημερώματα της Κυριακής της 19ης Ιανουαρίου του 1947 προσέκρουσε σε μαγνητική νάρκη στον Ευβοϊκό κόλπο και βυθίστηκε σημειώνοντας τη μεγαλύτερη μέχρι τότε ναυτική τραγωδία στην Ελλάδα σε περίοδο ειρήνης. Η κοινή γνώμη που άρχισε να πληροφορείται για το ναυάγιο του «Χειμάρρα» από τις μεσημεριανές ώρες της επόμενης ημέρας, συνταράχθηκε όχι μόνο από το μέγεθος της απώλειας ανθρώπινων ζωών αλλά κύρια από τον τρόπο αφανισμού τους, που έγινε ενάμιση μόλις μίλι από τη στεριά. Το πλοίο εκτελώντας το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη, Βόλος, Χαλκίδα, Πειραιάς, ήταν υπερφορτωμένο με πάνω από 600 επιβάτες, κάποιοι μιλούν για 700, παρά το γεγονός ότι τα εισιτήρια που είχαν κοπεί ήταν 550. Η επίσημη μεταγενέστερη ανακοίνωση έκανε λόγο για 612 επιβάτες. Από αυτούς οι 300 ήταν γυναικόπαιδα, οι 150 στρατιώτες και χωροφύλακες ενώ 45 ήταν πολιτικοί εξόριστοι. Το πλήρωμά του ήταν 86 άνδρες ενώ κυβερνήτης του πλοίου ήταν ο πλοίαρχος Σπύρος Μπελίνης. Το ατμόπλοιο προερχόμενο από τη Θεσσαλονίκη όπου είχε αναχωρήσει το Σάββατο το βράδυ, έφτασε στο λιμάνι της Χαλκίδας μετά τα μεσάνυχτα. Εκεί περί της 02.30’ ώρα αναχώρησε με θάλασσα μάλλον ταραγμένη. Ευρισκόμενο προς την έξοδο του ισθμού του Ευρίπου κοντά στο ερημονήσι Καβαλλιάνοι, ενάμιση μόλις μίλι από αυτό, και περί ώρας 04.05’ μια έκρηξη (πιθανότατα νάρκης) συγκλόνισε το σκάφος συνεπεία της οποίας το πλοίο στην κυριολεξία υψώθηκε στον αέρα και κάθισε με δύναμη στη θάλασσα. Ένα μεγάλο ρήγμα φάνηκε στο μέρος του μηχανοστασίου που άρχισε γρήγορα να κατακλύζεται από ύδατα. Τα φώτα του πλοίου έσβησαν, οι κεντρικοί αυλοί του ατμού έσπασαν και ζεματιστό νερό που γρήγορα μεταβαλλόταν σε ατμός άρχισε να περιβάλλει το σκάφος.

Από την έκρηξη λέγεται ότι στρεβλώθηκαν οι μπουλμέδες και οι ξύλινες μετασκευές που είχε υποστεί το πλοίο στη δεύτερη μετασκευή του με αποτέλεσμα να «μαγκώσουν» οι πόρτες και να εγκλωβιστεί ο κόσμος στις καμπίνες. Ναυαγοί περιέγραψαν ότι είδαν πολλούς επιβάτες να βγάζουν τα κεφάλια από τα φινιστρίνια και να φωνάζουν βοήθεια που κανένας φυσικά δεν θα μπορούσε να παράσχει. Το σκάφος έμεινε ακυβέρνητο και αβοήθητο χωρίς να εκπέμψει ούτε το σήμα κινδύνου λόγω καταστροφής του ασυρμάτου από την έκρηξη. Το πρώτο σκάφος που κατά τύχη το είδε και προσέτρεξε για βοήθεια ήταν το «Έχει ο Θεός» τέσσερις ώρες μετά το ναυάγιο! Όσοι βρέθηκαν για ώρες στη κρύα θάλασσα άφησαν τη ζωή τους σε αυτή καθώς δεν άντεξαν την υπέρμετρα χαμηλή θερμοκρασία της. Πολλά τα ερωτήματα αμέσως μετά το ναυάγιο από το οποίο διασώθηκαν μόνο 227 επιβάτες. Τι προκάλεσε την έκρηξη και κύρια γιατί δεν διατάχθηκε η γρήγορη εκκένωση του πλοίου που χρησιμοποιώντας τις έξι βάρκες που διέθετε θα μπορούσε να μεταφέρει με ασφάλεια στην ακτή που ήταν κοντά, τους περισσότερους των επιβατών;

Οι περισσότερες εφημερίδες κατηγόρησαν τον πλοίαρχο και το πλήρωμα. Κατέγραψαν ότι επί ώρες το σκάφος βρισκόταν στην επιφάνεια  -βυθίστηκε και 06.10΄ το πρωί-, ενώ ο πλοίαρχος έδωσε το σύνθημα της εγκατάλειψης του πλοίου δέκα μόλις λεπτά πριν τη βύθισή του! Οι εφημερίδες στις στήλες του θεώρησαν ότι οι επιβάτες παρέμεναν αδικαιολογήτως επί δύο ώρες πάνω σε ένα πλοίο που βυθιζόταν! Ωστόσο μια προσεκτικότερη ματιά αφήνει να διαφανεί πράξη που έγινε επί του πλοίου που όχι μόνο είναι καταδικαστέα αλλά και φανερώνει μια άθλια πράξη πραγματική επαίσχυντη. Κατά αρχάς ο πλοίαρχος του «Χειμάρρα» ο Σπύρος Μπελίνης ήταν ένας ψημένος ναυτικός από τα Βάτικα. Ήταν καλός πλοίαρχος και έμπειρος. Αμέσως μετά την έκρηξη διέταξε να δοθεί το «ΣΟΣ» αλλά διαπίστωσε ότι ασύρματος δεν λειτουργούσε. Δεν είχε επίσης ούτε ατμό (δηλαδή κίνηση) ούτε πηδάλιο (που είχε καταστραφεί) για να ρίξει το σκάφος στη στεριά και να σώσει τον κόσμο. Διέταξε έτσι τον υποπλοίαρχό του, έναν επίσης καλό ναυτικό από το Γαλαξίδι, να επιβιβάσει στις βάρκες τα γυναικόπαιδα πρώτα για να σωθούν αυτά. Όμως ξαφνικά διαπιστώθηκε ότι οι βάρκες κατέβηκαν και απομακρύνθηκαν από το πλοίο σχεδόν άδειες και χωρίς φυσικά να βρίσκονται τα γυναικόπαιδα μέσα σε αυτές! Αν λοιπόν διέτασσε εγκατάλειψη του πλοίου χωρίς βάρκες, δηλαδή με ρίψη των επιβατών στην παγωμένη θάλασσα, θα ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Έτσι αποφάσισε ότι θα σώζονταν περισσότεροι εάν έμεναν με τα σωσίβιά τους στο κατάστρωμα επί μία, δύο ή περισσότερες ώρες που ίσως κρατούσε το πλοίο στην επιφάνεια πριν βυθιστεί. Ίσως στο μεταξύ κάποιο πλοίο να τους αντιλαμβανόταν και να τους έσωζε, ενώ τον ίδιο χρόνο αν αυτοί οι επιβάτες ήταν στη θάλασσα τίποτε δεν θα μπορούσε να τους σώσει. Για αυτό και η εγκατάλειψη τελικώς διετάχθη δέκα μόλις λεπτά πριν την βύθιση. Ποιοι ήταν τελικώς εκείνοι που επιβιβάστηκαν στις βάρκες που έφυγαν σχεδόν άδειες; Δυστυχώς η αλήθεια όχι μόνο πονούσε αλλά έπρεπε να μην βγει και στη δημοσιότητα. Ήταν οι στρατιωτικοί και οι χωροφύλακες που επικράτησαν με τη χρήση όπλων έναντι των ασθενέστερων άλλων και μάλιστα άοπλων επιβατών, για την εξασφάλιση μιας θέσης σε αυτές. Τουλάχιστον οι δύο από τις έξι λέμβους καταλήφθηκαν από τους στρατιωτικούς και χωροφύλακες ύστερα από πυροβολισμούς ενώ οι υπόλοιπες με τη χρήση απειλής όπλων.

Η εφημερίδα «Ελευθερία» γράφει στο πρωτοσέλιδό της (Φ. 21 Ιανουαρίου 1947). «Επαίσχυντος υπήρξεν η συμπεριφορά των χωροφυλάκων και των στρατιωτών. Ήσαν οι «άνδρες» και ήσαν ένοπλοι. Πυροβούντες ημπόδισαν τα γυναικόπαιδα να επιβιβασθούν των λέμβων. Τας ήρπασαν κυριολεκτικώς και τας επεφύλαξαν δια τους εαυτούς τους και μόνον. Δεν εδέχθησαν να επιβή αυτών ούτε εις του πληρώματος δια να τας επαναφέρει εις τον τόπον του δυστυχήματος ώστε να σωθούν και άλλοι. Και αι λέμβοι έμειναν έτσι αχρησιμοποίητοι αφού έσωσαν τα τομάρια των οι ένοπλοι… Ας ελπίσωμεν ότι συμπτωματικόν είναι το φαινόμενον, που παρουσίασε η διοίκησις του σκάφους. Διότι η ανεπάρκειά της υπήρξε τραγική. Ο Πλοίαρχος είναι ο ανώτατος άρχων του σκάφους εν πλω. Και ο δικτάτωρ του με δικαίωμα ζωής ή θανάτου, έναντι όλων εις περίπτωση κινδύνου. Ημπορούσε και είχε χρέος να εκτελέση επί τόπου τον πρώτον χωροφύλακα, που επιχείρησε να επιβή λέμβου προτού εξασφαλισθούν τα γυναικόπαιδα. Και όφειλαν και αυτός και όλοι οι άλλοι αξιωματικοί να μείνουν μέχρι τέλους επ’ αυτού». Όμως αυτή η πληροφορία δεν μπορούσε να δημοσιευτεί με ευκολία σε μια εποχή εμφυλίου, που οι κατηγορίες για φόνους και βιαιοπραγίες και από τις δύο πλευρές αποτελούσαν καθημερινό φαινόμενο.

Το ναυάγιο του «Χειμάρρα» αποτελούσε το μεγαλύτερο μεταπολεμικό δυστύχημα στα χρονικά της ακτοπλοΐας αφήνοντας για χρόνια αναπάντητα ερωτήματα. Για την έκρηξη που προκάλεσε το ναυάγιο παρατέθηκαν διάφορες αιτίες. Η πλέον πιθανή ήταν ότι προσέκρουσε σε νάρκη καθώς ο πόλεμος ήταν πρόσφατος και δεκάδες θαλάσσια ναρκοπέδια βρίσκονταν ολόγυρα. Υπήρχε και μια εκδοχή που υποστήριζε ότι η έκρηξη προκλήθηκε από σαμποτάζ που διενήργησαν οι αριστεροί καθώς βρισκόταν σε εξέλιξη ο εμφύλιος πόλεμος και το «Χειμάρρα» ήταν γνωστό για τη μεταφορά αξιωματικών και υπαξιωματικών του εθνικού στρατού, γεγονός που φυσικά δεν ευσταθεί.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *