Θάλασσα πλατιά

Αντώνης ΜικέληςΉρθες σαν την άνοιξη στου νου μου το περβόλι,

με μάγεψε το χάδι σου με τ’ απαλό το κύμα,

μου έκλεψες τη νιότη μου και την καρδιά μου όλη,

χωρίς τη σκέψη έγινα της γλύκας σου το θύμα.

Αρπάγη, δίχτυ μου ’ριξες στης ζήσης μου τον δρόμο,

τα μάτια μου θαμπώσανε από την ομορφιά σου,

με τ’ αρμυρό σου το νερό μου δρόσισες τον ώμο,

κι αναζητώ νυχθημερόν την παγερή αγκαλιά σου.

Κι όσο η αγάπη θέριευε και ας με τυραννούσες,

εγώ πιστός σου σύντροφος που πάντα σ’ αγαπούσα,

τα αφρισμένα κύματα στην κουπαστή ξερνούσες,

την αρμυρή σου αγκαλιά με πάθος καρτερούσα.

Χαρά και λύπη αδερφές, της ίδιας μάνας γέννα,

γεννιούνται μες στη θάλασσα, στα έρημα τα ξένα.

Πολλές φορές σαν σκέφτομαι και το μυαλό παιδεύω,

τι είν’ για ’μένα η θάλασσα, πού πάω, τι γυρεύω;

Μην είν’ η μάνα η γλυκιά, σφιχτά σαν με κρατούσε,

με τ’ απαλό το χάδι της κι αγάπη με μεθούσε,

και μ’ έμαθε στη μοναξιά, σιωπή και καρτερία,

πότε στις ζέστες Περσικού, ή στου Βορά τα κρύα;

Μην είν’ η ερωμένη μου, χρόνια στην αγκαλιά της,

με κράταγε και μέθαγα απ’ τ’ αρμυρά φιλιά της,

κλεισμένο μ’ είχε φυλακή με ένα φινιστρίνι,

να γράφω-γράφω συνεχώς ποιήματα για ’κείνη;

Μην είναι η πατρίδα μου που τόσο εγώ ποθούσα,

το σπίτι, οικογένεια, που πάντα λαχταρούσα;

Στον νου μου όλ’ ανάκατα, συμπέρασμα δεν βγάζω,

άλλοτε δίνει μου χαρά μα κι άλλοτε στενάζω.

Μα είν’ κι αυτή σαν θηλυκό, μια μέλι μας ποτίζει,

και μια μας παίρνει την καρδιά, στον πόνο μας βυθίζει.

Για ’μένα είναι συνεχώς η λατρευτή μου μούσα,

ασχέτως αν την έβριζα, μα πάντοτ’ αγαπούσα.

Για ’μένα είναι συντροφιά και αν ξαναγεννιόμουν

στην αρμυρή της αγκαλιά και πάλι θα βρισκόμουν.

 

Κάπτα Αντώνης Μικέλης

1ο βραβείο παγκόσμιου διαγωνισμού ποίησης

Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *