Θεμιστοκλής και Πειραιάς

 

του Στέφανου Μίλεση

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣΟ Θεμιστοκλής υπήρξε ο ιδρυτής της πόλης του Πειραιά και ο σωτήρας της Ελλάδας στη Σαλαμίνα. Ένα όνομα που μας φέρνει στο νου το μεγαλοφυή ναύαρχο που συνάσπισε όλους τους Έλληνες κατά των Περσών, που τους έπεισε με τα χρήματα των μεταλλείων να κατασκευάσουν ισχυρό στόλο αποτελούμενο από τριήρεις, τα πολεμικά εκείνα πλοία πάνω στα οποία η αθηναϊκή δημοκρατία κυριάρχησε στο Αιγαίο. Σήμερα το όνομά του διασώζεται μέσα από ένα τέτοιο όστρακο που γράφει πάνω του το όνομα του. Θεμιστοκλής. Και ενώ θα μπορούσαν να διασωθούν τόσα άλλα για να μας τον θυμίζουν, έμειναν μόνο όστρακα για να θυμίζουν εις στον αιώνα τον άπαντα την αχαριστία των μικρών διωκτών του. Είναι κοινή μοίρα στην Ελλάδα, κατάρα θα έλεγα, όλοι οι έξοχοι άνδρες που μεγαλούργησαν υπέρ της πατρίδας τους να διώκονται και να καταδικάζονται από ασήμαντους και ανύπαρκτους σε μέγεθος και ηθικό ανάστημα ανθρώπους. Ο Θεμιστοκλής υπήρξε για τους Αθηναίους ο σωτήρας τους και ο προστάτης τους. Κι όμως είκοσι χρόνια μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας πέθανε εξόριστος από αρρώστια, αυτοκτονώντας κατά την παράδοση, πίνοντας αίμα ταύρου. Όμως δεν ήταν στην πραγματικότητα το αίμα του ταύρου που τον σκότωσε, αλλά το δηλητήριο της αχαριστίας που τον πότισαν οι διώκτες του. Και η ιστορία αντί να μας κληροδοτήσει σήμερα μεγάλα μνημεία στο όνομά του, ως σοφός παιδαγωγός μας άφησε τα όστρακα της εξορίας του όχι για να μην ξεχάσουμε ποτέ το δικό του όνομα, αλλά για να μην ξεχαστεί ποτέ η αισχρή πράξη των διωκτών του. Δεν διεσώθη ακέραιο το λεγόμενο «Θεμιστόκλειον» το λαμπρό ταφικό του μνημείο, για το οποίο ακόμα κάνουμε υποθέσεις, ούτε ο μεγαλοπρεπής τάφος του στη Μαγνησία της Ασίας όπου πέθανε στην εξορία, ούτε κάποιο άλλο μνημείο αφιερωμένο σε αυτόν τον μεγάλο άνδρα. Παρά μόνο ένα όστρακο!

Πολλές φορές στο παρελθόν έχω αναφερθεί στην προσωπικότητα του Θεμιστοκλή, στα κατορθώματά του και φυσικά στη λαμπρή στρατηγική που εφάρμοσε στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, στρατηγική που μέχρι σήμερα διδάσκεται στις ναυτικές ακαδημίες όλου του κόσμου. Όμως ας δούμε τι ζητούσε ο Θεμιστοκλής από τους Αθηναίους στην εποχή του, όσον αφορά τη δημιουργία του επινείου της Αθήνας, του Πειραιά! Το έτος 483 π.Χ. μια πλούσια φλέβα μεταλλεύματος ανακαλύπτεται στα ορυχεία του Λαυρίου. Τότε ο Θεμιστοκλής συμβουλεύει τα κέρδη από αυτή τη φλέβα αντί να μοιρασθούν στους κατοίκους, να επενδυθούν στην εξασφάλιση της άμυνας της πόλης, καθώς φοβόταν την εκδίκηση των Περσών που λίγο καιρό πριν είχαν αποσυρθεί ύστερα από την ήττα τους στον Μαραθώνα. Το ότι ζητούσε ο Θεμιστοκλής πρόγραμμα ενίσχυσης άμυνας, δεν ήταν πρωτόγνωρο. Όλοι την εποχή εκείνη αυτό αναζητούσαν. Ανάμεσά τους και ο Αριστείδης που απαιτούσε την άμεση ενίσχυση του στρατού της Αθήνας. Το παράδοξο είναι ότι μόνος ο Θεμιστοκλής αντίθετα από τον Αριστείδη και τους άλλους, δεν προτείνει περισσότερο στρατό, αλλά εμμένει με πείσμα στην εφαρμογή ενός προγράμματος που αντιθέτως τον μειώνει! Ο Θεμιστοκλής αντιπροσωπεύει πολιτικά τους εμπόρους, τους βιοτέχνες, τους ναυτικούς. Ο πολιτικός του αντίπαλος ο Αριστείδης εκπροσωπεί τη συντήρηση, την παλιά Αθήνα. Ο Θεμιστοκλής επαναφέρει στο προσκήνιο ένα δίλημμα που στα αρχαία χρόνια είχε ήδη απαντηθεί. Θεά Αθηνά ή Θεός Ποσειδώνας; Και οι αρχαίοι Αθηναίοι είχαν επιλέξει στο παρελθόν τη Θεά Αθηνά οικοδομώντας την πόλη τους στο ηπειρωτικό μέρος της Αττικής γης εκεί που επικρατούσαν ελαιώνες και πλήθη από κουκουβάγιες μακριά από ανασφαλή παράλια. Ο Ποσειδώνας είχε ηττηθεί και είχε τεθεί στο περιθώριο. Η επιλογή είχε γίνει. Και ξαφνικά αιώνες αργότερα, ένας άνδρας, ο Θεμιστοκλής τολμά να αμφισβητήσει την επιλογή. Ο Ποσειδώνας θα σώσει την Αθήνα και όχι η θεά Αθηνά. Χρειαζόμαστε, λέει στους συμπατριώτες του, να οικοδομήσουμε μια πόλη στα παράλια. Ο Αριστείδης που αντιπροσώπευε τα συμφέροντα των γαιοκτημόνων έβλεπε τη σωτηρία στο πεζικό ενώ ο Θεμιστοκλής που αντιπροσώπευε τους ναυτικούς έβλεπε τη σωτηρία στο ναυτικό. Τότε σε εκείνο τον πολιτικό ανταγωνισμό που είχε έντονο χαρακτήρα, ο Θεμιστοκλής παρουσίασε το πρόγραμμά του για τη ναυπήγηση 200 τουλάχιστον πολεμικών πλοίων, λιμενικών οχυρώσεων και εγκαταστάσεων, τη μετατροπή στην ουσία ενός παραθαλάσσιου οικισμού όπως ήταν μέχρι τότε ο Πειραιάς, σε μια πόλη – ναυτικό οχυρό κατά τον πόλεμο και κέντρο ναυτικού εμπορίου, λιμάνι σταθμός κατά την περίοδο της ειρήνης. Αυτό σήμερα φαίνεται φυσιολογικό αν κάποιος απλώς το διαβάσει απλώς και δεν σταθεί για λίγο να αναλογιστεί τι ακριβώς ζητούσε ο Θεμιστοκλής. Οι Αθηναίοι την εποχή εκείνη μετά βίας μπορούσαν να συγκεντρώσουν δέκα με δεκαπέντε χιλιάδες οπλίτες, δηλαδή στρατιώτες. Οι διακόσιες τριήρεις που ζητούσε ο Θεμιστοκλής, μόνο για να κινηθούν απαιτούσαν  174 κωπηλάτες η κάθε μία, 8 Αξιωματικούς, 14 βαριά οπλισμένους άνδρες και 4 τοξότες. Για κάθε τριήρη δηλαδή, χρειαζόντουσαν 200 συνολικά άνδρες. Συνεπώς για τις 200 τριήρεις ο Θεμιστοκλής απαιτούσε την ύπαρξη 40 χιλιάδες ανδρών μόνο για την επάνδρωση πλοίων, όταν ο στρατός της Αθήνας την εποχή εκείνη όπως είπαμε δεν ξεπερνούσε τους δέκα χιλιάδες άνδρες. Αυτό που ζητούσε ο Θεμιστοκλής ήταν πρόκληση! Αντί στρατιωτών που πολεμούν πρότεινε να βρουν τετραπλάσιους στον αριθμό άνδρες, για να τραβούν κουπί! Έτσι διακωμωδούσαν τον πρόγραμμά του Θεμιστοκλή οι πολιτικοί του αντίπαλοι. Σκεφτείτε λοιπόν ότι αυτά τα διακόσια πλοία, κάποτε έφτασαν να γίνουν και τριακόσια, απαιτώντας συνολικά 60 χιλιάδες άτομα ως πληρώματα! Δίπλα σε αυτούς θα πρέπει να συνυπολογιστεί και ο επίσης μεγάλος αριθμός ανδρών που χρειάζονταν για την κατασκευή πλοίων, ναυπηγείων, νεωρίων, αποθηκών φύλαξης εξαρτημάτων και όπλων (σκευοθήκες), κτηρίων αποθήκευσης των πλοίων (νεώσοικοι). Επίσης χρειάζονταν προβλήτες, βιοτεχνίες κατασκευής ιστίων, κουπιών και πολεμικών υλικών (έμβολα, ασπίδες, τόξα, κουπιά κ.ο.κ.) και όλα να βρίσκονται μέσα στον Πειραιά ώστε σε περίπτωση πολιορκίας να μπορεί να αντικαθιστά τα χαμένο υλικό χωρίς την ανάγκη εξωτερικής τροφοδοσίας.

Αυτά που με λίγα λόγια πρότεινε ο Θεμιστοκλής στους Αθηναίους φάνταζαν στα μάτια τους ως το απολύτως αδύνατον να επιτευχθεί και μάλιστα όταν γνώριζαν ότι οι Πέρσες ετοιμάζονταν να καταβροχθίσουν όχι μόνο την Ελλάδα αλλά όλη την Ευρώπη. Μη ξεχνάμε ότι μέχρι τότε, ακόμα και για να ανέβει μια θεατρική παράσταση έπρεπε να βρεθούν χορηγοί για να την καλύψουν οικονομικά. Τίποτε δεν κινείτο αν προηγούμενα δεν είχαν εξευρεθεί οι απαιτούμενοι οικονομικοί πόροι μέσω ιδιωτών – χορηγών. Θεατρικές παραστάσεις, αθλητικοί αγώνες, θρησκευτικές πομπές, λειτουργούσαν χάρη στις γενναιόδωρες χορηγίες ιδιωτών. Ότι φτιαχνόταν τότε στην Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν αποτέλεσμα χορηγιών.

Το να πραγματοποιηθεί το όραμα του Θεμιστοκλή που περιελάμβανε ναυπήγηση πλοίων και ταυτόχρονη οικοδόμηση πόλης λιμανιού, ήταν απλά ανεφάρμοστο! Για να θυμίσουμε την οικονομική δυνατότητα των Αθηναίων στην ιδιωτική τους ζωή, η λέξη «λιτότητα» μας καλύπτει απόλυτα. Παρά το γεγονός ότι τα δημόσια κτήρια της πόλης ήταν λαμπρά, οι Αθηναίοι ζούσαν απολύτως φτωχικά έχοντας μόνο τα αναγκαία. Σε αυτούς τους κατοίκους των απλών πλίθινων οικιών, που έτρεχαν σε αθλητικούς αγώνες για να κερδίσουν ένα κλαδί, απευθυνόταν ο Θεμιστοκλής και τους ζητούσε να χρηματοδοτήσουν κολοσσιαία έργα.

Το πρόγραμμά του Θεμιστοκλή ανακόπτεται από τη δεύτερη περσική εισβολή που ξεκινά το 480 π.Χ. Μόνο μετά την απομάκρυνση του Περσικού κινδύνου ο Θεμιστοκλής αρχίζει την υλοποίηση ενός τεράστιου προγράμματος που περιλαμβάνει την κατασκευή τοίχους που θα μπορούσαν να το υπερασπισθούν ακόμα και γυναικόπαιδα αφού οι άνδρες θα αναλάμβαναν την επάνδρωση των πλοίων. Μέσα σε όλα αυτά έπρεπε να λογαριάζει και την αντίδραση των Σπαρτιατών που δεν ήθελαν οι ανταγωνιστές τους Αθηναίοι να αποκτήσουν μια τέτοια υπερκατασκευή!

Το 471 π.Χ. ο Θεμιστοκλής εξοστρακίστηκε επειδή κάποιοι τον φθονούσαν και έπεισαν τους υπόλοιπους ότι η δημοκρατία κινδύνευε από αυτόν. Παρότι ο Θεμιστοκλής εξορίστηκε το πρόγραμμα της ναυτικής ανάπτυξης του Πειραιά εξελίχθηκε όπως το προέβλεψε. Ήταν ο οραματιστής και οτιδήποτε και αν κατασκευάστηκε στον Πειραιά ύστερα από αυτόν, δικής του έμπνευσης θεωρείται. Η γέννηση του Πειραιά σε μια πόλη εμπορίου στις ειρηνικές περιόδους και σε έναν τεράστιο ναύσταθμο σε περίοδο πολέμου έγινε πραγματικότητα χάρη στο δικό του όραμα. Η σορός του μετά το θάνατό του, μεταφέρθηκε κρυφά  στον Πειραιά, όπου οι Αθηναίοι έφτιαξαν ένα λιτό ταφικό μνημείο και τίποτε άλλο. Και αυτό που τελικά διασώθηκε για να μας τον θυμίζει, είναι το όνομά του γραμμένο πάνω στα όστρακα της εξορίας του…

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *