Καλοκαίρια στο Νέο Φάληρο

 

του Στέφανου Μίλεση

Νέο Φάληρο 1886Όταν στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, έφτανε επιτέλους να ηρεμήσει ο καιρός και να πιάσουν οι πρώτες ζέστες της άνοιξης, τότε έλεγαν ότι ξεκινούσε η «η θερινή εποχή του Νέου Φαλήρου» που δεν ήταν μια διαπίστωση, αλλά ένα σύνθημα για κάθοδο Πειραιωτών και Αθηναίων, στην πλησιέστερη τότε δροσερή και συνάμα κοσμικότερη παραλία της Αττικής. Το Νέο Φάληρο λατρεύτηκε κάποτε όσο κανένα άλλο προάστιο. Οι κοσμικοί κάτοικοι των δύο πόλεων (Αθήνας και Πειραιά) ζούσαν την κλεισούρα του χειμώνα, περιμένοντας την άφιξη του φαληρικού καλοκαιριού. Ό,τι κι αν συνέβαινε σε εθνικό επίπεδο, πόλεμοι, ταραχές, εκλογές, τίποτα δεν ήταν ικανό να χαλάσει τη διάθεση του κόσμου και την όρεξη να ζήσει τις δικές του στιγμές στη φαληρική ακτή.

Οι στήλες των κοσμικών εφημερίδων, με όσα δραματικά κι αν συνέβαιναν, συνέχιζαν να καταγράφουν τα κοσμικά ευτράπελα του Φαλήρου, ακόμα και στην περίοδο των Μακεδονικών Αγώνων ή των Βαλκανικών πολέμων του 1912 – 13. Στο Νέο Φάληρο, όταν πρωτοδημιουργήθηκε ο συνοικισμός του από την Εταιρεία Σιδηροδρόμων Αθηνών Πειραιώς, άρχισαν να κατοικούν ελάχιστοι «μόνιμοι» κάτοικοι για όλο το έτος. Ο Θεόδωρος Βελλιανίτης που ζούσε στον Πειραιά, το 1931 κατέγραψε στο «Εθνικό Κήρυξ» (φ. 15.9.1931) τις αναμνήσεις του για το Νέο Φάληρο. Σε αυτό αναφέρει ότι το 1873 ήταν η χρονιά ορόσημο, καθώς από τότε η έρημη παραλία άρχισε να αξιοποιείται. Υπήρχαν μόνο τρία σπίτια εκ των οποίων το ένα ανήκε στο παλαιό οικιστή του τον Γιαννόπουλο που έφερε επιγραφή «Η πρώτη κτισθείσα εις Φάληρον οικία», εκεί που αργότερα οικοδομήθηκε το ξενοδοχείο ΑΚΤΑΙΟΝ. Και στην ακριβώς αντίθετη πλευρά της έρημης παραλίας, υπήρχε ένα μόνο σπίτι το οποίο όσοι ζούσαν στην Καστέλλα το ονόμαζαν «Δραγάτη».

Οι περισσότεροι κάτοικοι με τα χρόνια, αφού οικοδόμησαν πλούσια αρχοντόσπιτα, κατέφταναν να ζήσουν σε αυτό μόνο τη θερινή περίοδο. Τον Ιούνιο του 1898 η εφημερίδα «Το Άστυ» υπολόγισε ότι 200 περίπου οικογένειες αναμένονταν να κατέβουν στο Φάληρο και να προστεθούν στους «μονίμους» κατοίκους. Το Νέο Φάληρο λοιπόν τα πρώτα ένδοξα χρόνια της υπάρξεώς του είχε λιγοστούς μόνιμους αλλά πολλούς προσωρινούς κατοίκους. Ωστόσο πραγματική κοσμοσυρροή γινόταν τα Σαββατοκύριακα που ο πολύς κόσμος φρόντιζε να κατέβει στην παραλία έστω και για μια βόλτα, να δει τους επώνυμους της κοσμικής ζωής από κοντά, να ακούσει τη μπάντα της μουσικής εταιρείας να παιανίζει και να προσφέρει μια διασκέδαση δωρεάν για όσους δεν είχαν την οικονομική ευχέρεια για κάτι περισσότερο. Κι αν ήταν τυχεροί ίσως να έβλεπαν να «καίγονται» πυροτεχνήματα, που τόσο τους εντυπωσίαζαν.

Έχουμε αναφερθεί στη μεταγενέστερη κοσμική ζωή του Νέου Φαλήρου όχι μόνο διεξοδικά αλλά και πολλές φορές μέχρι σήμερα. Ξεχωριστά άρθρα κάναμε για τα ξενοδοχεία του, το υπαίθριο θεατράκι του, την εξέδρα, το εστιατόριο κατασκευής ροτόντα του Τσελεμεντέ και κύρια για τα λουτρά του. Την κοσμική κίνηση του Φαλήρου ενίσχυαν ακόμα και οι ξένες Πρεσβείες καθώς επέλεγαν να κάνουν εκεί τις εκδηλώσεις των ημερών ανεξαρτησίας τους, όπως η εορτή της Γαλλικής Ανεξαρτησίας, που είχε πανηγυρικό χαρακτήρα και μεγάλη συμμετοχή κόσμου.

Το αναπάντεχο στα Νεοφαληριώτικα καλοκαίρια ήταν δεδομένο, αφού ξαφνικά στην ακτή του γίνονταν λαχειοφόρες αγορές για την ενίσχυση του εθνικού μας στόλου ή υπαίθρια λούνα παρκ εμφανίζονταν άνευ ειδοποίησης. Επιδείξεις ιππασίας, κολυμβητικοί αγώνες, λεμβοδρομίες, τσουβαλοδρομίες μέχρι και άθλημα γρήγορης ανάβασης επί στύλου!

Το καλοκαίρι του 1903 ένα σημαντικό γεγονός συνέβη στο Νέο Φάληρο και αυτό φυσικά ήταν ότι το ξενοδοχείο «Ακταίον» του Ιωάννη Πεσματζόγλου, που άνοιξε για πρώτη φορά τις πύλες του. Έκτοτε το «Ακταίον» προσέδωσε ακόμα μεγαλύτερη αίγλη στο Νέο Φάληρο φιλοξενώντας διαρκώς τα μεγαλύτερα ονόματα ξένων και διάσημων προσωπικοτήτων. Ήταν μια πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα κατασκευή, που στα μαγειρεία του ήταν εγκατεστημένα για πρώτη φορά ηλεκτρικά ψυγεία τεραστίων δυνατοτήτων, ώστε να μπορούν να καλύπτουν τις ανάγκες του εστιατορίου που παρείχε γεύματα μέχρι και σε 500 άτομα, ενώ όταν διοργάνωνε μπουφέ για χοροεσπερίδες κάλυπτε μέχρι κα 800 άτομα! Το Νέο Φάληρο ταύτισε τη χρυσή εποχή του με το «Ακταίον» και αποτέλεσε σε συνδυασμό και με το παλαιότερο «Μέγα» Ξενοδοχείο (Του Σταθμού) τον «ξενώνα» της Αθήνας. Όταν λοιπόν διαβάζουμε για Φάληρο τον 19ο αιώνα και τουλάχιστον την πρώτη δεκαετία του 20ου αναφερόμαστε στο Νέο Φάληρο. Το Παλαιό δεν είχε ακόμα οικοδομηθεί και εκεί κοντά υπήρχε μόνο ένα μικρό κέντρο με την επωνυμία «Τροκαντερό» ιδιοκτησίας Πρινόπουλου, που συγκέντρωνε κόσμο λόγω των ψαριών και των θαλασσινών του.

Φάληρο μέχρι τότε ήταν μόνο το «Νέο». Γεγονός είναι ότι από το 1873 και ύστερα, δειλά στην αρχή, μέχρι και την εποχή των Βαλκανικών πολέμων, όλοι οι εμπλεκόμενοι περίμεναν με αδημονία όλο το χρόνο να πιάσει η άνοιξη για να μετακομίσουν στην εξοχική κατοικία του Νέου Φαλήρου. Και όταν πάλι έπιανε το κρύο του χειμώνα με δυσκολία αποφάσιζαν να την κλείσουν και να ανέβουν στο σπίτι τους στο κέντρο. Από τους πρώτους οικιστές που υπήρξαν ονομαστοί για την αγάπη τους προς το Νέο Φάληρο, ήταν οι Δημήτριος Καμπούρογλου (λογοτέχνης και δημοσιογράφος) και Ιωάννης Σβορώνος (ο διευθυντής του Νομισματολογικού μουσείου). Όμως συνέβη το καλοκαίρι του 1886 το κρύο να πιάσει από νωρίς. Ο Καμπούρογλου δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι θα έχανε τις διακοπές του τόσο γρήγορα. Συνέχιζε λοιπόν να κυκλοφορεί με ελαφρά ενδυμασία παρά τη μεταβολή του καιρού. Ήθελε να δίνει την εντύπωση ότι το καλοκαίρι συνεχιζόταν και την εντύπωση αυτή να τη μεταφέρει και στους υπόλοιπους, για να κρατήσει το Φάληρο γεμάτο από κίνηση και ζωή και να μην αδειάσει από κόσμο, όπως συνήθως συνέβαινε τη χειμερινή περίοδο. Όταν κάποιος τόλμησε να ρωτήσει πώς γίνεται να μην κρυώνει με τα πουκάμισα που κυκλοφορούσε διαρκώς, έμαθε από μέλος της οικογενείας του ότι έφερε εσωτερικώς τρεις φανέλες τη μια πάνω στην άλλη, αρνούμενος να αποδεχθεί το γεγονός ότι το καλοκαίρι φεύγει! Όσο για τον Σβορώνο, καθώς ήταν από τους πρώτους που οικοδόμησε σπίτι στο Νέο Φάληρο, δε γνώριζε ποια περιοχή θα αναπτυχθεί και ποια όχι. Έτσι όταν στη συνέχεια το Φάληρο αναπτύχθηκε και τα χρόνια πέρασαν, κοντά στο σπίτι του δημιουργήθηκε η γνωστή Σούδα όπου η μυρωδιά ήταν έντονη. Όταν τα βράδια έβγαινε στην παραλία για βόλτα ο κόσμος μόλις τον έβλεπε του επαναλάμβανε συνέχεια -λες και δεν το ήξερε- ότι η γειτονιά στο σπίτι του μύριζε θείον. Εκείνος εκνευριζόταν αφάνταστα αλλά δεν απαντούσε. Την απάντηση όμως έδινε ο φίλος του ο Λάσκαρης που κάνοντας λογοπαίγνιο έλεγε τάχα με αφέλεια ότι πρόκειται για «θεία ευωδία»!

Στο Νέο Φάληρο κάποια καλοκαίρια έφτασε να μείνει μέχρι και ο διάσημος Σλήμαν, του οποίου η παρέμβαση για το Νέο Φάληρο καταγράφηκε από την εφημερίδα «Νέα Εφημερίς» (αρ. φύλλου 332, 18.11.1885). Ο Σλήμαν παρότρυνε το φίλο του Φ. Παρασκευαΐδη, να πείσει τους κατοίκους του Νέου Φαλήρου, να φυτεύσουν ευκάληπτους και μάλιστα πολλούς, διότι «τα δένδρα ταύτα, απορροφώσι τας κακάς εξατμίσεις, ώστε ουδέποτε υπάρχει πυρετός ένθα υπάρχει ευκάλυπτος».

Άλλες εποχές άλλα ήθη. Δεν ήταν όλα χωρίς απρόοπτα φυσικά. Απλώς ο χρόνος τα έκανε να λησμονηθούν και να αναφέρονται μόνο τα «καλά», ενώ οι γκρίνιες και οι διαμαρτυρίες ξεχάστηκαν. Για παράδειγμα όταν κατασκευάστηκε το πρώτο μικρό ξύλινο θεατράκι στο Νέο Φάληρο, οι διανοούμενοι της εποχής αντέδρασαν με επικεφαλής τον ποιητή Αχιλλέα Παράσχο. Και αυτό συνέβη καθώς ο χώρος του Φαλήρου θεωρείτο ιερός υπό εθνική έννοια. Όχι μόνο διότι εκεί έπεσε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, αλλά και διότι ακριβώς ύστερα από το θάνατό του εκεί σφαγιάστηκαν οι συναγωνιστές του και παραλίγο να ναυαγήσει ο αγώνας της επανάστασης.

Στο ελάχιστα κατοικημένο ακόμα Νέο Φάληρο οι αποστάσεις φαίνονταν (και ήταν) μικρές, αφού κυριαρχούσε το ελεύθερο από δόμηση πεδίο. Λίγο πιο κάτω από το θεατράκι στέκονταν τα δύο μνημεία των πεσόντων. Όταν ακούστηκαν μουσικές και κωμικά δρώμενα από τους πρώτους γαλλικούς θιάσους του δρόμου, καθώς και τα γέλια των θεατών, θεωρήθηκε ασέβεια στο χώρο και εμπαιγμός στην ιερότητα του πεδίου της Μάχης. Πρώτος ο ποιητής Αχιλλέας Παράσχος ύψωσε φωνή διαμαρτυρίας με το ποίημα «Οι νεκροί του Φαλήρου» διαμαρτυρόμενος για τη βεβήλωση του χώρου και της μνήμης των πεσόντων από τα γαλλικά χορευτικά συγκροτήματα αποτελούμενα από καλλίγραμμες κυρίες που εξέθεταν κνήμες προκειμένου να τραβήξουν κόσμο. Γράφει λοιπόν ο Παράσχος: «Αχ όταν βλέπω στη μεριά εκείνη την αγία, του δρόμου τα μαζώματα που στέλνει η Γαλλία, να παίζουν μ’ ότι Άγιο και να περιγελάνε… για μας μόνο λυπάμαι». Φυσικά η γαλλική οπερέτα και η διασκέδαση επικράτησαν της τιμής και του σεβασμού προς τον αγώνα, οι νεκροί του Φαλήρου λησμονήθηκαν, όπως λησμονήθηκε όμως στη συνέχεια και η χρυσή εποχή του Νέου Φαλήρου. Ο χρόνος δεν αφήνει τίποτα…

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *