Καφενείο Κυνηγών πλατεία Κοραή

καφενείο κυνηγώνΑυθεντική περιγραφή του Στράτου Μάκρα, μαθητή τού τότε «Α’ Προτύπου Γυμνασίου Αρρένων Πειραιώς» ((Ιωνίδειος), κορυφαίου μαθηματικού, διδάκτορος, υπότροφου του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών, συγγραφέως επιστημονικών συγγραμμάτων, ζωγράφου και πολλά άλλα….

«Προς το μέσον της δεκαετίας του εξήντα, συχνάζαμε, μερικοί συμμαθητές, στο περίφημο καφενείο «των κυνηγών». Δίπλα στον Άγιο Κωνσταντίνο, στην οδό Καραΐσκου στον Πειραιά, με ωραία καλλιγραφική ταμπέλα.

Μια αίθουσα με πατάρι για το μπιλιάρδο και, όταν ο καιρός το επέτρεπε, τραπεζάκια έξω στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Ιδιοκτήτες οι αδελφοί Κατσούλη, ο ένας πατέρας του αγαπητού φίλου και συμμαθητή Θόδωρου και ο άλλος πατέρας της εξίσου αγαπητής φίλης και συναδέλφου Ελένης. Άνθρωποι ήπιοι, προσηνείς και ευπροσήγοροι οι αδελφοί Κατσούλη. Απαράμιλλο καφενείο με καλλιτέχνη ταμπή, ασύγκριτο ουζερί με διαδοχικούς μεζέδες: φτιάξε δύο δεύτερα, φτιάξε δύο τρίτα! εκφωνούσε το γκαρσόνι και σε κόλαζε! Τα δύο σταθερά γκαρσόνια, ο Κώστας νεαρός κοκκινομάλλης και λιγόλογος και ο Μήτσος μεγαλύτερος, με μουστάκι αλά Κλαρκ Γκαίημπλ και επίσης λιγόλογος.

Εγώ γνώριζα το καφενείο από μικρός γιατί εκεί σύχναζε και ο πατέρας μου όταν ήθελε να πιει ουζάκι Πειραιώτικο SANS RIVAL και αρκετές φορές, όταν βρισκόμουν κοντά, παρεξέκλινα της πορείας μου για να του φάω το μεζέ!

Τα βραδάκια, όταν καθόμαστε στα τραπεζάκια έξω, περνούσαν διάφοροι αλλά όχι πολλοί, μικροπωλητές και άλλοι. Ένα γεροντάκι φιστικάς, ο «Ελληνας», οποίος τραγουδούσε ευχαρίστως τον ύμνο του Ολυμπιακού όταν αγόραζες φιστίκια αράπικα. Ένας άλλος με φιστίκια Αιγίνης, πανάκριβα, τα πουλούσε με το κομμάτι αλλά τα έπαιζε και μονά ζυγά! Ένας τρίτος με καθαρισμένα αμύγδαλα στον πάγο μέσα σ’ ένα καλαθάκι. Αυτός, αν του έλεγες, δεν θέλω, σου έσταζε, κατά λάθος, παγωμένο  νερό στον σβέρκο!

Τέλος ερχόταν και ο Παγκανίνι. Καλλιτέχνης με ατίθασο κάτασπρο μαλλί που έπαιζε, με το βιολί του, το σκοπό του «μην κλαις μικρή Μαριώ, γρήγορα θα ξανά ’ρθω…», τόσο φρικτά που του δίναμε μερικά ψιλά για να σταματήσει. Ο Παγκανίνι που, όπως έλεγε χρειαζόταν τα χρήματα διότι ο γιος του σπούδαζε στο εξωτερικό, μοίραζε και χαρτάκια με διάφορα αποφθέγματα δικά του, όπως ισχυριζόταν. «ΜΗΔΕΝ ΑΓΑΝ», «ΧΡΟΝΟΥ ΦΕΙΔΟΥ» κλπ. Όταν του λέγαμε ότι αυτά είναι του Χείλωνα του Λακεδαιμόνιου μας απαντούσε: Τα είπε ο Χείλων αλλά τα είπα κι εγώ!

Το περίφημο αυτό καφενείο έκλεισε, όταν ο Σκυλίτσης απαίτησε τεράστια ενοίκια για τα πεζοδρόμια, τα οποία θα ανάγκαζαν το καφενείο να διπλασιάσει τις τιμές του. Έτσι έχασε ο Πειραιάς, κι εμείς μαζί του, κάτι το αναντικατάστατο και, μετά από λίγο, πέσαμε στα παγωτά σπέσιαλ Ρωμαϊκού γούστου και στο ούζο με μεζέ μπατόν σαλέ!

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *