ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΜΟΣΧΟΒΟΛΙΑ ΜΟΥ ΟΜΟΡΦΗ

 

Στον κήπο σου σταμάτησα και θαύμασα τα ρόδα, μοσχοβολούσαν όμορφα λουλούδια μυροβόλα.

 

Γι’ αυτό μοσχοβολάς κι εσύ και μ’ εντυπωσιάζεις,

και όταν έρθεις δίπλα μου πλήρως μ’ εξουσιάζεις.

 

Όταν φιλώ τα χείλη σου τα μάτια σου κοιτάω,

και τ’ απαλό το δέρμα σου χαϊδεύω και φιλάω.

 

Μοσχοβολιά μου όμορφη πάντα θα σ’ αγαπάω,

στην αγκαλιά σου τη θερμή σφιχτά θα σε κρατάω.

 

Ανδρέας Β. Αλυφαντής.

Απ’ το βιβλίο

«Με τα μάτια της ψυχής μου σ’ αγαπάω»

τα λαϊκά. 1976-2016.

———————————————–

Πειραιώτης

 

Είσαι συ ο Πειραιώτης ο λεβέντης και ο μόρτης

όλοι εσένα αγαπούνε κι όλοι τους σε χαιρετούνε!

με φιλότιμο γυρίζεις κι όλους τώρα τους γνωρίζεις

στον Πειραιά που γυρίζεις κι απ’ τα μαγαζιά ψωνίζεις.

 

Στο μικρό το καφενεδάκι για να πιεις το καφεδάκι

και με το καλαμπουράκι για να ανάψει το μεράκι

και το βράδυ το ουζάκι θα το πιείς με χταποδάκι!

μα και όλη η παρέα είναι φίνα και ωραία.

 

Δημήτρης Γίδαρης

——————————————————-

Υποταγή

 

Σαν πατώ γερά στη γή

νιώθω πως μπορώ

να σηκώσω όλο τον κόσμο,

να κρατήσω στις πλάτες

βουνά και θάλασσες,

να ορθώσω ανάστημα

και ν’ ατενίσω στα ίσια

τον ήλιο, τον ουρανό.

Σαν πατώ γερά στη γή,

νιώθω πως μπορώ,

να σταθώ όρθιος

και να φωνάξω δυνατά:

είμαι ο άνθρωπος,

κάποια μέρα

όλους θα σας υποτάξω.

 

Γιάννης Κανατσέλης

———————————-

Το παλιό το ταβερνάκι

 

Στο παλιό το ταβερνάκι που τα πίναμε

όλοι οι φίλοι κάθε βράδυ και ξεδίναμε

με χαμόγελα τις πόρτες μας ανοίγανε

τον καημό μας με κρασάκι έξω ρίχναμε.

 

Τα βραδάκια παρεΐτσες ανταμώναμε

τα παλιά α φιλαράκια και σουρώναμε

μες στη ζάλη του πιοτού μας αφηνόμαστε

με κιθάρες και τραγούδια να ξεχνιόμαστε.

 

Κι αν κυλούσε κάποιο δάκρυ απ’ τα μάτια μας

από θύμησες ωραίες και τα νιάτα μας

κοίταζε ένας τον άλλο τα θυμόμαστε

άντε βίβα κι άσπρο πάτο να ξεχνιόμαστε.

 

Στο παλιό το ταβερνάκι που γλεντούσαμε

τον καημό μας με κρασάκι τον ξεχνούσαμε

και στους ήχους της κιθάρας αφηνόμαστε

η ζωή πως είναι λίγη να θυμόμαστε.

 

Κι αν κυλούσε κάποιο δάκρυ απ’ τα μάτια μας

από θύμησες ωραίες και τα νιάτα μας

κοίταζε ένας τον άλλο τα θυμόμαστε

άντε βίβα κι άσπρο πάτο να ξεχνιόμαστε.

 

Δημήτρης Μπούτος

—————————————————-

Ανάβατος

 

Κάστρο, του Αναβάτου, περήφανο στέκεις αιώνια

κι αν βάρβαροι πλήγωσαν το κορμί σου

αφήνοντας επάνω σου σημάδια,

και τους χειμώνες σε σκεπάζουνε τα χιόνια,

κανείς δε μπόρεσε να πάρει την ψυχή σου,

όλοι χαθήκανε έχοντας χέρια άδεια.

Μια άνοιξη παντοτινή στο χρόνο μένεις

στους επισκέπτες την ιστορία σου να ψέλνεις.

 

Ευάγγελος Παραμερίτης

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *