ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΧΑΡΑ, ΛΥΠΗ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ

 

Η χαρά και η λύπη είναι δίδυμες αδερφάδες

μερικές φορές όμως γίνονται κακές συνυφάδες

προχωρούν αντάμα και οι δύο στη ζωή

και η μία την άλλη συνέχεια αναιρεί

περικλείουν μέσα τους συγκίνηση και αγάπη

για να διαβαίνουν της ζωής το δύσκολο μονοπάτι

η αγάπη μαζί τους τρελά παιχνίδια παίζει

ώστε να γεμίζει παντοτινά της ζωής το τραπέζι

ποτέ η λύπη από τη χαρά δεν απουσιάζει

αλλά και η χαρά τη λύπη εξουσιάζει

ποτέ δεν γίνεται γάμος χωρίς λύπη

αλλά και από τη κηδεία το γέλιο δεν λείπει

αυτό το μαρτυρεί του λαού η σοφία

με την ανάλογη ευκολία και μαρτυρία

γάμος δεν γίνεται χωρίς δάκρυα και στενοχώρια

αλλά και η κηδεία από τη χαρά δεν είναι χώρια

η χαρά και η λύπη έχουν το ίδιο παράστημα

αλλά αντιστρόφως ανάλογα μεταβάλλουν το ανάστημα

όσο περισσότερο η κάθε μια ψηλώνει

τόσο πιο πολύ και η άλλη χαμηλώνει

δεν τις σταματάει ο τόπος, ο χρόνος και ο νόμος

ούτε κλήση τους δίνει ο τροχονόμος

δεν σταματάνε σε κόκκινα φανάρια

ανενόχλητες ψάλλουν τα δικά τους τροπάρια

δεν ξεχωρίζουν μικρούς και μεγάλους

όλους τους θεωρούν ίδιους σαν τους άλλους

επισκέπτονται καλύβες και παλάτια

πάντοτε βεβαίως με τα δικά τους μάτια

χαρά, λύπη, συγκίνηση και αγάπη προχωράνε

και πάντα γύρω τους δικά τους κομμάτια πετάνε.

 

ΤΣΑΡΟΥΧΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

————————————————————————-

ΤΟΥ ΤΡΑΚΑΔΑ ΤΟ ΚΡΑΣΙ

 

Στην πλατεία στην Γλυφάδα,

στην ταβέρνα του Τρακάδα,

που στον χρόνο έχει χαθεί,

ο κυρ-Γιώργης μας σερβίρει,

με τρεμάμενα τα χέρια,

ρετσίνα απ’ τα βαρέλια του αγνή.

 

Στην ομίχλη από την κάπνα,

σαν σκιά σκυφτός γυρνά,

τηγανίζει μπακαλιάρους,

πατατούλες και μαρίδες,

κι’ ο κυρ-Γιώργης ο καημένος,

όλους μας κερνά.

 

Μία ζωή το ίδιο πάντα,

και με ζέστη και με κρύο,

το μοτίβο πάντα ίδιο,

κάτω από τα πεύκα τα παλιά,

στην γυναίκα του φωνάζει,

και αυτή αναστενάζει φωναχτά.

 

Με τα ρόλεϊ τυλιγμένα,

στα βαμμένα της μαλλιά,

η κυρία Αιμιλία,

γυροφέρνει τα τραπέζια,

σαν την σβούρα,

και σερβίρει φαγητά.

 

Τον ψαρή ξεζέψαμε απ’ την σούστα,

κατεβάσαμε τις στάμνες με το κρύο το νερό,

την ψυχή απ’ το Χασάνι κουβαλήσαμε εδώ,

που χαρούμενα πηδάνε με σκοινάκια τα κορίτσια.

 

Οι βαρκούλες στο αεράκι πιάσανε χορό,

και λικνίζονται δεμένες σαν νυφούλες,

στην ζωή οι πιο πολλοί μείναμε νούλες,

για να σβηούμε στου Τρακάδα το κρασί κάθε καημό.-

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΒΟΥΡΗΣ 

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *