ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Άνοιξε τα μάτια

 

Με είπες αφιλότιμο κι έκλαψε η καρδιά μου,

κλονίστηκε το είναι μου έχασα τη χαρά μου.

 

Με μπέσα και φιλότιμο στάθηκα ‘γω κοντά σου,

μα άλλα ήθελες εσύ ν’ ανοίξεις την καρδιά σου.

 

Μάθε λοιπόν κυρία μου πως τα λεφτά τα πλούτη,

δε θα σ’ ανοίξουν την καρδιά μεσ’ τη ζωή ετούτη.

 

Τα παραδείγματα πολλά και άνοιξε τα μάτια,

η αγάπη είναι αλλού και όχι στα παλάτια.

 

Ανδρέας Β. Αλυφαντής

Απ’ το βιβλίο «Σαν παραμύθι τ’ όνειρο»

Μαντινάδες και στίχοι.

———————————————————

Μάνα

 

Σου γράφω λίγες λέξεις

για να σου πω

πόσο σ’ αγάπησα

και πόσο μου λείπει

της μορφής σου

το δροσερό χαμόγελο

και του ματιού σου

η όμορφη λάμψη.

Όλα περνούν και χάνονται

μ’ εξαίρεση το γελαστό,

γλυκό πρόσωπό σου

που το νιώθω κάθε στιγμή

στο προσκεφάλι μου.

Ήθελα τόσο νάσαι κοντά μου,

το δάκρυ σου πάντα νάναι χαράς

και να σταματά στο χάδι μου.

Άνοιγα την αγκαλιά μου

και κούρνιαζες σαν πουλάκι

με διπλωμένες τις φτερούγες

και κλειστά τα ματάκια.

Με ένιωθες σαν ερχόμουν,

από τον ήχο του αέρα

και το θρόϊσμα των φύλων,

της γέρικης νεραντζιάς,

που με καλοδεχόντουσαν.

Μάνα αγαπημένη μου,

θησαυρός και Άγια εικόνα,

Προσκυνητάρι και αποκούμπι μου,

Αιώνια θάσαι.

Ταπεινός ικέτης θα προσπέφτω

και θα ζητώ πάντα την ευχή σου.

 

Γιάννης Κανατσέλης

————————————-

Προσκύνημα

 

Μικρό αγέρι νάμουνα, να πέταγα στην Πόλη

για ταπεινό προσκύνημα, και νάταν Πασχαλιά

μαζί μου δώρα νάπαιρνα, σ΄ αράχνινο φακιόλι,

Σμύρνα, Χρυσό, και Λίβανο, αγάπη και φιλιά.

 

Πίσω από επιτάφιο να πορευθώ με δέος

να νοιώσω κάτι απ’ τα παλιά, μα και απ’ τα τωρινά

εκπλήρωση επιθυμιάς που έχει γίνει χρέος

πριν έρθουνε τα άκληρα, τα χρόνια τα στερνά.

 

Του σήμαντρου ο ψίθυρος, του Τούρκου η βλαστήμια

του μιναρέ το σκέλεθρο, της μάχης η ιαχή,

να έμενε η ομορφιά και νάσβηνε η ασχήμια

πόσες φορές δεν έκανα την ίδια αυτή ευχή.

 

Και σαν με βρουν μεσάνυχτα στου Βόσπορου το τάσι,

να στείλω αναθέματα στα μαύρα τα νερά

να στοχαστώ κάποιο παλιό μακάβριο γιορτάσι,

τότε που ο χάρος πέτρωσε για πάντα τη χαρά.

 

Των πεθαμένων οι σκιές, του γιασεμιού το μύρο,

η χάρη της Άγια Σοφιάς να πλέει στα νερά,

και γω χαμένος στ’ όνειρο, αλλοίμονο το στείρο,

των γλάρων τα κραξίματα ν’ ακούω τα γοερά.

 

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Ι. ΛΑΟΥΤΑΡΗΣ

Από την ποιητική Συλλογή «Ζωγραφίζοντας με λέξεις»

Εριφύλη 2009

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *