ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Προσευχή

 

Έδοξεν ο Κύριος και ώρισεν

το ποίμνιον έστω το καλόν,

των προνομίων χειριστής,

των αισθημάτων εκφραστής,

της θεϊκής κληρονομιάς ο δέκτης.

 

Το απολωλώς εγώ

εις Σε προσέτρεξα.

Σε αναζήτησα. Ανάγκην έχω.

Γνωρίζω, Συ μ’ ακούεις. Με πονάς.

Προστάτης μου είσαι και πατήρ.

Και κοινωνός και πλάστης.

Και σύμβολο και όραμα

για  να πιστέψω, να σωθώ.

 

Προσεύχομαι εις Σε. Θεέ μου.

 

Κων/νος Αργυρόπουλος

Από την ποιητική συλλογή

«Οι πεποιημένοι»

—————————————————-

Παχυδερμίες

 

Χα, χαχά, χαχά, χαχά

το παχύδερμο γελά

και χαϊδεύει την κοιλιά του

κι όλο ξύνει τα μεριά του.

 

Και πεινάει, όλο πεινάει

κι ότι βρει το μασουλάει.

Κι όταν απ’ τη μάσα σκάει

το λαιμό του γαργαλάει

κι ότι έφαγε, ξερνάει.

Φτου και πάλι απ’ την αρχή

ξαναρχίζει το φαΐ.

 

Και τη μπόχα που ξερνάει

με παρφούμια τη σκεπάζει.

Με τις μύγες κάνει χάζι.

Για τους άλλους τι τον νοιάζει;

Έχει αυτός λαρδί πολύ.

Κι όλο κάποιο Γιουσουφάκι

θα βρεθεί για το μεράκι

που τον πιάνει σαν βαριέται

στα στρωσίδια να κυλιέται.

 

Δεν βαριέσαι, μασαλά,

τα κρασιά να ’ναι καλά

κι ας τους άλλους για να λένε.

τέτοιοι που ’ναι, τέτοια θένε.

 

Άρης Γαβριηλίδης

Από την ποιητική συλλογή

«Τα φλύαρα αποσιωπητικά…»

—————————————————–

Διάρκεια στιγμής

 

Υπήρξαμε κάποτε

Σε μια άλλη ζωή

Που ζητούσαμε

Το άλλο μας μισό,

Κι όταν το βρήκαμε είπαμε

Ήρθε ο έρωτας.

 

Άρχισε μ’ ένα χαμόγελο

τέλειωσε σαν διάρκεια στιγμής.

Στα ταξίδια νου

που δεν παγιδεύτηκαν

σε χρόνο μοναξιάς.

 

Αγγίζω το πορφυρένιο

φως της Ανατολής,

όταν δυναμώνει

και αναδύεται ξανά ο έρωτας.

Γίνεται δρόμος

και ζητά να συναντήσει

την ξεχασμένη

αθωότητα…

 

Ελένη Δάλλα

Από την ποιητική συλλογή

«Δύναμη Ψιθύρων»

—————————————

 

Αδιέξοδα

 

Ψυχές αγέραστες, μας κούρασε η απαντοχή

που δεν αλλάζει πρόσωπο,

τ’ όνειρο που δεν το ποτίζουνε ν’ ανθοφορήσει,

το όραμα που καταδίκασαν σε θάνατον ερήμην…

Πληγώθηκαν οι κουμαριές με το πελέκι

κι οι πλάτανοι στο πλάϊ τους, εκδικητές,

πλήγωσαν εμάς – άκαιρους δενδροκόπους…

 

Ψυχές αγέραστες, άλαλα λωβοκομμένα αηδόνια,

χανόμαστε τα ξημερώματα στα διάσελα της σκέψης.

Γυρεύουμε την άνοιξη στο δάσος της ελπίδας

κι άγρια βαρυχειμωνιά το νου μας κρυσταλλώνει,

θαμπώνει τη ματιά μας, σκοτεινιάζει,

κι όταν τη συναντάμε δεν μας αναγνωρίζει.

Ξένη για μας εκείνη, ξένοι κι εμείς γι’ αυτήν-

κι όμως την Άνοιξη αντίο δεν θα πούμε.

 

Μαντώ Κατσουλού – Ζολώτα

Από την ποιητική συλλογή «Ποιητικές συνθέσεις»

———————————————————————————–

Δεν θα γίνω

 

Δεν θα γίνω ποτέ ο τραγούδι σου

το τραγούδι το πρόσχαρο εκείνο,

μοιρολόϊ θα ψάλλουν τα χείλη μου

μοιρολόϊ και κλάμα και θρήνο.

 

Δεν θα γίνω ποτέ το λουλούδι σου

στου σπιτιού σου ν’ ανθεί το παρτέρι

ευωδιές να σκορπίζει ολοτρίγυρα

και να στέλνει φιλιά σ’ ένα αστέρι.

 

Ένας φίλος απλός μα κι ασήμαντος,

έστω ας είμαι στο πλάϊ σου, ψυχή μου,

για να κλέβω αστραπές απ’ το γέλιο σου

να φωτίζω δειλά το στρατί μου.

 

Διονύσης Κουλεντιανός

Από την ποιητική συλλογή

«Λυρικά τιτιβίσματα»

———————————————

Αυτός που έβλεπε τις μέρες να περνούν

 

Αυτός που έβλεπε τις μέρες να περνούν,

δεν είναι ψέμα, ούτε κάποιο παραμύθι

όπως αυτά που η γιαγιά έλεγε παλιά,

κι είχε παρέα, το κουκί, και το ρεβύθι.

 

Αυτός που έβλεπε τις μέρες να περνούν,

δεν κατοικεί μες σε σπηλιά, ή μοναστήρι

μα την ψυχή του έχει απλώσει σαν χαλί,

και ζει μαζί μας της ζωής το πανηγύρι.

 

Αυτός που έβλεπε τις μέρες να περνούν,

τα πρωϊνά, πάντα μπολιάζοταν μ’ ελπίδα

μα σαν ερχότανε το βράδυ σκοτεινό,

τού ‘σβησε κάθε φωτεινή, πυγολαμπίδα.

 

Αυτός που έβλεπε τις μέρες να περνούν,

τις βλέπει ακόμα τις μετράει, και τρομάζει

μα τον καϋμό του, τον κρατάει μυστικό

μη κάποιος πάρει απ’ της καρδιάς του το μαράζι.

 

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Ι. ΛΑΟΥΤΑΡΗΣ

—————————————————–

Καλωσορίσματα και κατευόδιο

 

Ερείπια η Μαινάκη

και παρμέν’ η Ταρτησσός

από τους Καρχηδόνιους.

Κλειστός ο ποταμόδρομος

για τις κασσιτερίδες

απ’ τους Γαλάτες

και μόνη πιστή σύμμαχός μας

της Σοφίας η Θεά

διώχνει τον Κατύμανδο.

 

Όμως τώρα είμαστ’ έτοιμοι

σαν άλλος Κροτωνιάτης

να πάρουμε στους ώμους μας τον ταύρο

να τον πάμε ένα στάδιο μακριά

να τον σκοτώσουμε με μια γροθιά

ναι να τον φάμε σ’ ένα γεύμα.

 

Είν’ ο Πυθέας έτοιμος

ν’ αρμενίσει στο Βοριά

στα νησιά του κασσίτερου.

Κι είν’ ο Ευθυμένης έτοιμος

για τον περίπλου του στο Νοτιά.

 

Η Μασσαλία φορτώνει

τις ευχές και τις ελπίδες της

στην Άρτεμη και στον Ηρακλή.

Το Ημεροσκόπιο θα τους δεχθεί

και θα τους κατευοδώσει

με συγκίνηση, γιορτές και χαρές.

 

Θα μας φέρουν γυρίζοντας

φορτία πολύτιμα

«περί Ωκεανού» – «περίπλους»

εωγραφικό πλάτος,

τη γνώση πως τ’ αστέρι του βοριά

δεν πέφτει απόλυα στον πόλο

και προπαντός

ότ’ η αιτία για τις παλίρροιες

είναι εξωγήϊνη!

 

Λευτέρης Μαρματσούρης

Από την ποιητική συλλογή

«Συμπληγάδες»

—————————————————

Η Κύπρη του Έρωτα, η Θεά Αφροδίτη

 

Στάθηκα απέναντι από της λευκότητάς σου

τον ακέραιο κορμό

κι από το άνθος της κεφαλής σου

ν’ αφουγκραστώ

της άηχης φωνής σου το μεγαλείο

Θεά του έρωτα.

Όταν με τη δύναμη της σκέψης

«Που βρίσκονται τα πάνω

και τα κάτω άκρα σου;»

ρώτησα.

Και ένοιωσα…

Σαν από την απεραντοσύνη

των σωμάτων του Σύμπαντος

πως με κατάλαβες,

αλλά δεν σε ένοιαζε,

Θεά της ομορφιάς.

Γιατί ποιος θα ήθελε να μάθει

τη ρίζα των σκορπισμένων φύλλων

που βρίσκονται στην αξίνα

ενός γεωργού,

όταν σαν μοναδικό «χρυσοπράσινο φύλλο

ριγμένο στο πέλαγος»

θαυμάζεται ο τόπος του στη Γη

ενώ το όνομά του λάμπει στον Ουρανό

σαν Άστρο;

 

 

Μαίρη Μπριλή

Α΄ παγκόσμιο βραβείο σε ποιητικό διαγωνισμό

Από την ποιητική συλλογή

«Άνθρωποι στη θάλασσα

——————————————–

 

Το μείγμα μου

 

Από μέταλλο είμαι τελικά

-τυχαία το διαπίστωσα-

Γι΄ αυτό δε λυγίζω.

Γυαλιστερό

αστραφτερό

μα όχι κοφτερό

ούτε αιχμηρό.

Πέφτω και δε χτυπώ.

Δε σπάω, δε γρατζουνίζομαι.

Ένα καλολειασμένο

μέταλλο είμαι τελικά.

Καλύτερα.

Από το να ’μαι καμένο χαρτί

καλύτερα ένα ανθεκτικό μέταλλο.

 

Μαίρη Πέστροβα

————————————

Αντίο

 

Μέσα στα μάτια σου βασίλεψε το φως

και ξεψυχούν οι χαρές της μέρας.

Μέσα στα μάτια σου καθρεφτίζονται οι

θάλασσες που θα περάσεις

κι οι στεριές που θ’ αφήσεις.

Οι ουρανοί χαμήλωσαν μέχρι τη γη

και το καινούργιο φεγγάρι

είναι τόσο βασανιστικά όμορφο

πάνω από του χωρισμού μας τη

ραγισμένη σιωπή.

Μια σιωπή που σφραγίζει τα χείλη

και ξεδιπλώνει τις καρδιές μας που

τρέμουν σκλάβες

στης ίδιας αλυσίδας τον κρίκο.

Οι μικρές και μεγάλες χαρές

που μας συντρόφεψαν

πλημμυρίζουν την ψυχή,

τη σάρκα, το αίμα μας

και ξεχύνονται στα δεμένα μας δάχτυλα σπαραγμός.

Η γης μικραίνει τόσο που

θαρρείς θα μας λιώσει στη

σκληρή της παλάμη

κι η πίκρα πλαταίνει σαν ανοιχτό πέλαγος

και πώς να τη χωρέσει.

Κράτησε στα μάτια σου το δάκρυ που

κοχλάζει σαν φουσκωμένο κύμα, κι

ας το να ποτίσει σταγόνα – σταγόνα την

ύπαρξή σου.

Οι απλές και δυνατές ευτυχίες

πεθαίνουν σα στερνές αναλαμπές

στον ορίζοντα για να ζήσουν

αθάνατες και τυραννικές στην ψυχή μας.

Φύλαξε κείνες τις ατελείωτες χαρές,

κλείσε τα βλέφαρα στη γύρω πλάση

πέρασαν όλες οι μεγάλες στιγμές

μονάχα τούτη η στιγμή δεν θα περάσει.

 

 

Λίτσα Καβάκου = Στρατηγού

Από την ποιητική συλλογή

«Ονειρικά ταξίδια»

—————————————–

Απορία

 

Τώρα, να το φανταστώ μόνο, μπορώ.

Απορία θα εκφράσουν οι επιγενόμενοι

Και σε παράξενα επιφωνήματα θα ξεσπάσουν,

όταν για το στερνό του ταξίδι,

ρότα θα έχεις βάλει το καράβι μου.

… «Κανένας τίτλος, θα πουν,

ομολόγου ή συμβολαίου ακινήτου

ή αγορά κοσμημάτων πολύτιμων.

Μόνο ποιήματα πολλά και χειρόγραφα

και σελίδες κριτικών απανθισμάτων!..

Και η απορία τους κάθε στιγμή αμετάθετη!..

-Μα, πως το μπόρεσε να μη σκεφτεί

τους επιγενόμενους;

 

Παναγιώτης Τσουτάκος

Από την ποιητική συλλογή «Εμμένοντες»

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *