Με ξεσήκωσε ένα βιβλίο

τατσογλου

Γράφει η Μαρία Ν. Ταστσόγλου

Ήταν την προτελευταία μέρα των διακοπών μου που διάβαζα και τις τελευταίες πέντε σελίδες του καινούργιου βιβλίου του Δημήτρη Μπουραντά «Αν μ’ άφηνες τη λέξη να σου μάθω». Καθώς τις διάβαζα, έκλαιγα. Κι αυτό το κλάμα στο τέλος ήταν τόσο λυτρωτικό, γιατί ήταν σαν να με πήρε από το χέρι και με γύρισε πίσω στη ζωή μου, από τη μικρή μου ηλικία.

Ξανάζησα στιγμές με τους γονείς μου (που δεν υπάρχουν πια), με τ’ αδέλφια μου, μ’ αγαπημένους συγγενείς και φίλους, δασκάλους και καθηγητές. Ξαναπέρασα από μέρη, όπου απόλαυσα υπέροχες στιγμές, όπου απογοητεύτηκα και στενοχωρήθηκα, ξαναείδα πρόσωπα και καταστάσεις που σημάδεψαν τη ζωή μου ή έγιναν μικροί σταθμοί απ’ όπου ξεκινούσα κάτι καινούργιο και ζούσα κάτι διαφορετικό.

Ξανάζησα επιτυχίες στη δουλειά μου και αποτυχίες στην προσωπική μου ζωή, θυμήθηκα τις πίκρες που πήρα από τους ανθρώπους, τις ζήλειες που διέκρινα, μα και την αναγνώριση με τα εύσημα. Μέτρησα τις περγαμηνές και ταυτόχρονα μέτρησα τον κόπο και τον αγώνα που έκανα, για να τις αποκτήσω.

Κάθε φορά στεκόμουν, για να σκεφτώ αν χρωστώ σε κάποιον κάτι, σε κάποιον που ίσως με βοήθησε, με παρακίνησε, με ενθάρρυνε, μου έδωσε μια ιδέα είτε με τον λόγο του είτε με την συμπεριφορά του, ακόμα και με την αποδοκιμασία του! Σε κάποιον που με βοήθησε χωρίς καν να το θέλει, που θέλησε να χρησιμοποιήσει μια δυνατότητά μου κι αυτό μου βγήκε σε καλό.

Είδα την Τύχη μου πόσο χαμογελαστή ήταν τον καιρό που διορίστηκα! Ήταν τότε που οι Διευθυντές «βγήκαν» από τις τάξεις και μπήκε ένας ακόμη δάσκαλος στα σχολεία, γεγονός που έκανε να διοριστούν εκείνη τη χρονιά στον Πειραιά 500 δάσκαλοι. Κι εγώ ήμουν μέσα σ’ αυτούς!

Ξαναείδα τον περίβολο του Ι.Ν. Αγίου Αντωνίου στην λεωφόρο Ηρακλείου που ήταν κατάμεστος από μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου. Περίμενα σ’ ένα παγκάκι, για να μιλήσω με τον Γέροντά μου κι όταν ρώτησα ποιος πέθανε, μου είπαν ότι η Διευθύντρια του Αρσακείου, 40 χρονών κοπέλα, κοιμήθηκε το βράδυ χωρίς να ξυπνήσει το πρωί αφήνοντας ορφανό ένα παιδί του Δημοτικού. Αυτό έγινε πριν από 15 περίπου χρόνια κι από τότε, κάθε πρωί που σηκώνομαι από το κρεβάτι και πατώ τα πόδια μου στη γη, ευγνωμονώ και κάνω τον σταυρό μου, που ξύπνησα και αυτή τη μέρα.

Κι όταν το λυτρωτικό κλάμα κρατώντας με από το χέρι με επανέφερε στο τώρα, που καθόμουν με το βιβλίο του Μπουραντά, συνειδητοποίησα το λάθος μου να εμμένω σε απόψεις που θεωρώ σωστές, επειδή έτσι με βολεύουν και δεν μου ταράζουν την ησυχία.

Και ξέρω και διδάσκω και διατυμπανίζω ότι η ζωή είναι μια διαρκής κίνηση είτε σε διαυγή είτε σε θολά νερά είτε σε πεδιάδα είτε σε κακοτράχαλα υψώματα. Ωστόσο πολλές φορές αποχαυνώνομαι μέσα στο βόλεμά μου και μου φεύγει ο χρόνος μέσα από τα χέρια. Καιρός, λοιπόν, να τον ξαναρπάξω και να τον κάνω ό, τι θέλω εγώ – με τη βοήθεια του Θεού πάντοτε – και να μην τον αφήνω απαθή παρατηρητή της ρουτίνας μου και της «επιπεδοποίησής» μου.

Να ’σαι καλά, κύριε Μπουραντά, όπου κι αν βρίσκεσαι. Μας έχεις μάθει τόσο πολλά. Όσο δε για τη λέξη που δεν σ’ άφησε εκείνη να της μάθεις, εμένα – δόξα τω Θεώ – μου την έμαθαν οι γονείς μου και η γιαγιά μου να τη λέω και με λόγο και με πράξη και με συμπεριφορά.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *