ΜΕ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ  Έξη Έλληνες στη Ρώμη!

ΜΑΚΑΡΟΝΑΣΤον καιρό εκείνο ο Μανώλης Καμπέρος ήτανε λοχίας στη Ρόδο. ΄Ηταν και… αρχηγός της πρώτης ελληνικής αποστολής στο ΝΑΤΟ. Οι άλλοι πέντε ήμασταν στρατιώτες.

Απογειωθήκαμε από το Ελληνικό στις τρείς το απόγευμα κι έπειτα από δύο ώρες προσγειωθήκαμε στο Τσαμπίνο στις 4. Τότε ο δαιμόνιος αρχηγός μας έκανε την πρώτη μεγάλη … ανακάλυψη:

– Τα ρολόγια του αεροδρομίου είναι σταματημένα στις 4, είπε με ύφος βαρυσήμαντο. Κάτι  συμβαίνει!

Ύστερα, όταν πληροφορήθηκε για τη διαφορά της ώρας, είπε:

– Τι γελάτε, ρε; Έχω ξανάρθει στη Ρώμη για να το ξέρω;

Βρήκαμε μια πανσιόν στη Βία Νατσιονάλε. Τότε ο λοχίας, με τα ροδίτικα ιταλικά του, άρχισε ν΄ ανακαλύπτει πως ήτανε γεννημένος για μεγάλη ζωή. Έτσι, μας δήλωσε πως θάβγαινε μια βόλτα για… ανίχνευση νυκτερινών θηραμάτων!

Σε λίγο, νάτος πίσω. Ένα εντυπωσιακό χρυσό στυλό κοσμούσε τώρα το τσεπάκι του.

– Πάρκερ 51, μας λέει. Ευκαιρία, τρεχάτε!

Από πίσω του έσερνε έναν έμπορο του ποδαριού.

– Πάρκερ φίφτυ ουάν, βέρυ γκούντ, άρχισε ο τύπος. Γουώτς, ορολότζιο, τρε μπόν. Και βάλθηκε να βγάζει από τις τσέπες του στυλογράφους, ρολόγια, κολλιέδες.

Την άλλη μέρα, με το σταματημένο χρυσό «κρεμμύδι» ο λοχίας έφαγε τον κόσμο να βρεί τον τύπο, που του την είχε σκάσει.

      Ήταν 28η Οκτωβρίου –  Στην Αθήνα ο στρατός θα έκανε παρέλαση. Κι εμείς, πέντε Έλληνες στρατιώτες κι ένας λοχίας, μπαίνουμε στη Ρώμη, δώδεκα χρόνια μετά το απίστευτο εκείνο Έπος του ΄40. Θυμηθήκαμε το «κορόϊδο Μουσολίνι». Μαζευτήκαμε σ΄ ένα δωμάτιο  κι αρχίσαμε:

«Κορόϊδο Μουσολίνι / κανείς δε θα σου μείνει».

Η ξενοδόχα, σαν άκουσε «Μουσολίνι», ήρθε να μάθει –κάπως θυμωμένη– τι τραγουδούσαμε.

– Νον έρα μπουόνο Μουσολίνι, μας λέει. Δεν ήταν καλός ο Μουσολίνι. Να μη τον τραγουδάτε.

Όταν της εξηγήσαμε τι εστί «κορόϊδο Μουσολίνι», χαμογελούσε.

Την άλλη μέρα, στο Μουσείο της Βίλλα Μποργκέζε, μπρος στην Πωλίνα Μποργκέζε, την περιβόητη αδελφή του Μ. Ναπολέοντα, καμωνόμαστε τους εκστατικούς.

– Μήπως είσθε οι έξη της Αποστολής; ακούμε μιά κοπέλα να μας ρωτάει, σε άπταιστα ελληνικά.

– Μάλιστα.

– Έχει αναστατωθεί ο κόσμος, μας λέει. Η Πρεσβεία, το ΝΑΤΟ, η Β.Ε.Α., το Επιτελείο. Εγώ είμαι δακτυλογράφος της Πρεσβείας.

Μας οδήγησε στον Στρατιωτικό Ακόλουθο.

– Είσθε ανάξιοι ν΄ αντιπροσωπεύσετε την Ελλάδα, έβαλε τις φωνές ο κ. Ακόλουθος, μόλις μας είδε. Πού γυρίζατε δυό μέρες; Έχω εντολή, μόλις σας βρώ, να σας στείλω πίσω, με το πρώτο αεροπλάνο. Ποιος είναι ο ανώτερος;

Ο λοχίας  Καμπέρος στάθηκε κλαρίνο:

– Λοχίας Εμμανουήλ Καμπέρος. Διατάξτε.

– Άστα αυτά, δεν είναι Χαϊδάρι εδώ. Πες μου γιατί δεν τους οδήγησες κατ΄ ευθείαν σε μένα.

Ο λοχίας τα έχασε και τρέμοντας άρχισε να ψελλίζει:

– Ο κ. Μακ. Ο Μακ….

– Ποιος είναι ο Μακ;

Έδειξε τον υπογράφοντα.

– Ο στρατιώτης Μακ. Λέγε τί έκανε;

– Μας είπε να μείνουμε στη Ρώμη μέχρι τη Δευτέρα, να δούμε τα Μουσεία, κι ύστερα  να πάμε στο ΝΑΤΟ.

Ο κ. Ακόλουθος δεν μπόρεσε να πνίξει ένα χαμόγελο. Σοβαρεύτηκε, όμως, αμέσως και είπε:

– Εσύ είσαι ο ανώτερος, εσύ θα τιμωρηθείς.

Μας έκλεισε σ΄ ένα υπόγειο δύο ατέλειωτες ώρες. Ήταν νύχτα πιά, όταν έστειλε έναν υπάλληλο  της πρεσβείας να μας οδηγήσει στον σιδηροδρομικό σταθμό, τον περίφημο Στατσιόνε Τέρμινι.

Περασμένα μεσάνυχτα φτάσαμε στη Νάπολη. Ο λοχίας τώρα είχε πάρει τον ρόλο του στα σοβαρά. Μας έβαλε στη γραμμή, με τις βαλίτσες, κι άρχισε:

– Εν – δυό, εν – δυό, εν – δυό !..

Οι ξενυχτησμένοι Ναπολιτάνοι μας χάζευαν σαν τύπους μιάς νέας κομέντια ντελ άρτε και με το  πηγαίο χιούμορ τους μας φώναζαν:

-– Πάει μακρυά η βαλίτσα;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΚΑΡΟΝΑΣ

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *