Νοσταλγώντας την δεκαετία του ’50

 

Γιατροπορέματα

Έβγαζες τη «χρυσή», δηλαδή πάθαινες ίκτερο; Κανένα πρόβλημα. Κατ’ αρχάς, για την διάγνωση δεν χρειαζόταν ούτε γιατρός ούτε μικροβιολογικές και άλλες δαπανηρές εξετάσεις. Η διάγνωση γινόταν με το έμπειρο μάτι της γειτόνισσας της κυρά… (εδώ συμπληρώνεις το κατάλληλο όνομα, ανάλογα με την γειτονιά που έμενες). Μετά τη διάγνωση, που δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση, ερχόταν η θεραπεία. Ούτε φάρμακα ούτε τίποτε. Με ένα ξυραφάκι ξυρίσματος, κατά προτίμηση αχρησιμοποίητο, σου χάραζαν, το εσωτερικό μέρος του χείλους σου, και γινόσουν περδίκι. Μάλιστα, ήμουν μάρτυς στην περίπτωση του αλόγου ενός γείτονα καραγωγέα (τουτέστιν μεταφορέα με κάρο) που, άγνωστον πώς, οι «ειδήμονες» διέγνωσαν χρυσή και του χάραξαν το εσωτερικό του κάτω χείλους του (του αλόγου, όχι του καραγωγέα) με σπασμένο κεραμίδι.

Έχω ακόμη την βάσιμη υποψία ότι όλοι οι γιατροί της εποχής, ο Μεσσηνέζης, ο Γκαμήλης, θιός σχωρέστους, που ήσαν «πλερωματικοί», δηλαδή ιδιωτικοί, μαζί με τους γιατρούς του ΙΚΑ, είχαν μυστικά συνωμοτήσει για να σε βασανίζουν. Σου έγραφαν ενέσεις, πενικιλίνη (εξ αιτίας της μίσησα στην Κυλλήνη), στρεπτομυκίνες, ή χρυσομυκίνες (εξ αιτίας τους δεν επισκέφθηκα ποτέ τις Μυκήνες).

Και, στη συνέχεια, έκανε την εμφάνισή της μια άλλη γειτόνισσα, η «ενεσού», πάντοτε γλυκομίλητη έχοντας υπό μάλης το τσαντάκι με τα σατανικά σύνεργά της, κάτι τεράστιες σύριγγες με ανατριχιαστικές βελόνες. Τις έβραζε, για απολύμανση, στην κατσαρόλα, πάνω στην γκαζιέρα που είχε ετοιμάσει η μητέρα σου (κι αυτή στο κόλπο), μια και οι σύριγγες μιας χρήσεως δεν είχαν ανακαλυφθεί ακόμη. Εσύ κρυφοκοίταζες, με δέος, κάτω από τα σκεπάσματα, την φοβερή διαδικασία και ευχόσουν να πάθει συγκοπή και να πεθάνει εκείνη τη στιγμή η ενεσού για να την γλυτώσεις. Κι όταν έβγαζε τον αέρα από τη σύριγγα κρατώντας την με τη βελόνα προς το ταβάνι δημιουργώντας ένα μικρό σιντριβάνι, σου έλεγε μελιστάλαχτα «έτοιμοι είμαστε» που σου θύμιζε το «επί σκοπόν» του εκτελεστικού αποσπάσματος. Κι εσύ, αντί να είσαι στημένος περήφανα στον τοίχο τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο και πεθαίνοντας για την πατρίδα, σαν πρωταγωνιστής του Μικρού Ήρωα, βρισκόσουν μπρούμητα σ’ ένα φτωχικό κρεβάτι, με τον πισινό μισόγυμνο, περιμένοντας το μοιραίο! Ευτυχώς που βγήκαν στη συνέχεια τα αντιβιοτικά και οι κάψουλες και γλύτωσαν τα παιδιά μας, τουλάχιστον, αυτή την οδυνηρή και ταπεινωτική δοκιμασία.

Αν ξυπνούσες το βράδυ με πονόκοιλο από κρύωμα, το φάρμακο σε περίμενε μέσα στο ντουλάπι. Δυο γερές γουλιές κονιάκ, όχι γαλλικό, βέβαια, αλλά χύμα, από το γωνιακό ποτοποιείο, φτιαγμένο με παλιά, μυστική, πατροπαράδοτη συνταγή. Δηλαδή, γερό ανακάτεμα άσπρου οινοπνεύματος, ζάχαρης, εσάνς και μπογιάς. Οπότε, με το ποτό-μπόμπα στο παιδικό σου κεφάλι, ξανάπεφτες ξερός για ύπνο και ξέχναγες τον πονόκοιλο.

Για την μυρμηγκιά στο χέρι που έβγαινε, σύμφωνα με την κατηγορηματική διαβεβαίωση των λίγο μεγαλύτερων από εσένα παιδιών, αν μέτραγες τα άστρα, υπήρχε ένα αλάνθαστο φάρμακο: το γήτεμα. Το αστείο είναι ότι μ’ ένα τέτοιο ξόρκι που είχα κάνει με την καθοδήγηση της μακαρίτισσας της γιαγιάς μου, απαλλάχθηκα, γρήγορα, ανώδυνα, ανέξοδα και αποτελεσματικά από μια μυρμηγκιά. Από τότε, μολονότι δεν το πιστεύω, αποφεύγω να μετράω τις νύχτες τα άστρα. Ποτέ δεν ξέρεις… Τώρα που το σκέπτομαι, ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους που δεν έγινα αστρονόμος.

 

Άρης Γαβριηλίδης

Απόσπασμα από το βιβλίο του «Νοσταλγώντας την δεκαετία του ’50 – Η ζωή σε μια συνοικία του Πειραιά». Το βιβλίο διατίθεται 15 ευρώ, στα βιβλιοπωλεία: «Αιγηίς», Βασ. Γεωργίου 11, Πειραιάς, «Γραφίδα» Κερατσίνι, «Ιλιάς» Αμφιάλη, «Χρυσό φτερό» Πέραμα, «Τοξότης» Δραπετσώνα, «Λυχνάρι» Αίγινα, και από τον συγγραφέα τηλ. 6944536395, εμαιλ aris@arisgavriilidis.gr, χωρίς επιβάρυνση για ταχυδρομικά.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *