Νοσταλγώντας την δεκαετία του ’50

 

Γιατροπορέματα

Ας θυμηθούμε πώς γιατροπορευόταν ο κόσμος εκείνη την εποχή και τι πιθανά και, κυρίως, απίθανα γιατροσόφια χρησιμοποιούσε. Άλλα αποτελεσματικά, άλλα άχρηστα και άλλα επικίνδυνα για την υγεία.

Κατ’ αρχάς, για να σταματήσει το αίμα σε μια πληγή, οι «θεράποντες» παριστάμενοι έσπευδαν με πανικό να ανακαλύψουν ένα τσιγάρο, έστω και γόπα. Όχι για να το δώσουν στον πάσχοντα να το καπνίσει.. Κάτι χειρότερο. Έκοβαν το τσιγάρο (κυριολεκτικά όχι μεταφορικά) και άδειαζαν τον καπνό πάνω στη χαίνουσα πληγή που την έδεναν σφιχτά μ’ έναν επίδεσμο, συχνά παλιό πουκάμισο κομμένο σε λουρίδες.

Για εκείνο τον καταραμένο πόνο του αφτιού, (τι πληγές κάθομαι και σκαλίζω τώρα!) υπήρχε το φάρμακο ΟΤΙΛ, το λαδάκι από το καντήλι, προφανώς για να είναι ζεστό, που ενσταλάζετο στον ακουστικό πόρο, ή οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, αρκεί να χωρούσε στο αφτί, συμπεριλαμβανομένης και μιας σκελίδας ψημένου σκόρδου!

Μια και μιλήσαμε για σκόρδο, σε περίπτωση μελανιάσματος από χτύπημα ή στραμπούληγμα, κατέφθανε το κατάπλασμα με κοπανισμένο κρεμμύδι που βρωμούσε χιλιόμετρα μακριά.

Ο ορθοπεδικός γιατρός ήταν λέξη σχεδόν άγνωστη. Τον ρόλο του τον κάλυπταν οι διάφοροι «πρακτικοί». Ο πιο ονομαστός από αυτούς, ο Βλάχος. Η φήμη του είχε πάρει διαστάσεις θρύλου. Μάλιστα, κάποιος φίλος μου έλεγε, στα σοβαρά, ότι σε κάποιο δικαστήριο που τον πήγαν, επειδή ασκούσε ιατρικές πράξεις χωρίς να είναι γιατρός, εκείνος, υπό τα όμματα των δικαστών, θεράπευσε τα σπασμένα πόδια ενός ζωντανού αρνιού που σηκώθηκε και περπάτησε! Πάλι καλά που δεν μου είπε ότι ανάστησε και κάποιο νεκρό…

Για το κρυολόγημα, εντριβή με πράσινο οινόπνευμα και στην συνέχεια κομπρέσα με οινόπνευμα στο στήθος. Κι άντε εσύ να κοιμηθείς με τη μυρωδιά του σπίρτου στα ρουθούνια σου. Άσε που αν άναβε σπίθα σε ακτίνα δέκα μέτρων, σε έκανε μπουρλότο…

Αν είχες «πουντιάσει» και πονούσε η πλάτη σου ή είχες βήχα, κατέφθανε ο βενζινάς της γειτονιάς με ένα μπιτόνι πετρέλαιο για εντριβή στην πλάτη και μια εφημερίδα κάτω από την φανέλα, για να γίνεις φούρνος. Δεν ξέρω αν έτσι έφευγε το κρύωμα, το βέβαιο είναι ότι μύριζες για μέρες σαν χαλασμένη γκαζιέρα.

Αν δεν έπιανε η θεραπεία με τα καύσιμα (οινόπνευμα ή πετρέλαιο) είχαν σειρά οι βεντούζες. Αυτές ήσαν ποτηράκια με παχύ γυαλί που ζέσταιναν το εσωτερικό τους με αναμμένο μπαμπάκι δεμένο σε πιρούνι και ποτισμένο με οινόπνευμα που με έναν απαίσιο ήχο τα ένιωθες πέφτουν σαν μαχαιριές στην πλάτη σου. Αν ήσουν τυχερός τη γλύτωνες μέχρι εκεί. Γιατί διαφορετικά υπήρχαν και οι κοφτές βεντούζες. Ίδια διαδικασία με τις απλές, μόνο που μ’ ένα ξυραφάκι σου έκαναν έντεχνα διάφορες μικρές τομές στο δέρμα της πλάτης πριν ρίξουν από πάνω την βεντούζα για να «τραβήξει το χαλασμένο αίμα». Όσοι κατάφεραν να επιζήσουν από αυτό το χειρουργείο έχουν ακόμη στην πλάτη τους, για ενθύμιο, τις ουλές από τις ξυραφιές εκείνες. Κάτι σαν μεταμοντέρνο τατουάζ…

 

Άρης Γαβριηλίδης

Απόσπασμα από το βιβλίο του «Νοσταλγώντας την δεκαετία του ’50 – Η ζωή σε μια συνοικία του Πειραιά». Το βιβλίο διατίθεται 15 ευρώ, στα βιβλιοπωλεία: «Αιγηίς», Βασ. Γεωργίου 11, Πειραιάς, «Γραφίδα» Κερατσίνι, «Ιλιάς» Αμφιάλη, «Χρυσό φτερό» Πέραμα, «Τοξότης» Δραπετσώνα, «Λυχνάρι» Αίγινα, και από τον συγγραφέα τηλ. 6944536395, εμαιλ aris@arisgavriilidis.gr, χωρίς επιβάρυνση για ταχυδρομικά.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *