Οι πλοηγοί του πειραϊκού λιμανιού (ιστορία Πλοηγικού Σταθμού Πειραιά)

του Στέφανου Μίλεση

ΠΛΟΗΓΟΙΣήμερα οι περισσότεροι τους γνωρίζουμε και τους αποκαλούμε «πιλότους» του λιμανιού του Πειραιά. Λίγο η αναγραφή του ονόματος «Pilot» στα πλαϊνά των μικρών σκαφών τους, λίγο το γεγονός ότι οδηγούν, δηλαδή πιλοτάρουν τα πλοία για να τα βάλουν στο λιμάνι του Πειραιά τους «βάπτισε» με αυτό το όνομα. Πρόκειται για τους πλοηγούς του λιμανιού και το σταθμό στον οποίο εδρεύουν που κατ΄ αντιστοιχία καλείται «Πλοηγικός Σταθμός». Η ιστορία της πλοηγικής υπηρεσίας ξεκινά στις 9 Σεπτεμβρίου του 1925 με την έκδοση Νομοθετικού Διατάγματος που προέβλεπε τη λειτουργία της. Το 1938 η Πλοηγική υπηρεσία έχασε την αυτονομία της και υπάχθηκε στην εποπτεία του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας. Όταν η Πλοηγική Υπηρεσία συνεστήθη το 1925 στερείτο φυσικά μέσων και υποδομών. Τα πρώτα χρόνια οι πλοηγοί στεγάζονταν σε δύο μικρά δωμάτια ενός πολύ γνωστού κέντρου διασκέδασης της Πειραϊκής Ακτής στο οποίο έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στο παρελθόν. Στο κέντρο του Μανώλη Παρλαμά. Μέσα στα δύο δωμάτια μεσοτοιχία με το κέντρο του Παρλαμά, (ένα δωμάτιο ήταν το γραφείο κι ένα που κατακλίνονταν τη νύχτα αναμένοντας) εκτός από τον τεράστιο χάρτη του λιμανιού του Πειραιά, υπήρχαν και μαυροπίνακες επί των οποίων ανέγραφαν τις ώρες άφιξης όσων τουλάχιστον πλοίων γνώριζαν. Για τα υπόλοιπα γινόταν διαρκής παρατήρηση του ορίζοντα καθώς δεν υπήρχαν τα τεχνικά μέσα επικοινωνίας. Με έναν τρίποδα στημένο στην άκρη της παραλίας του Κέντρου του Μανώλη Παρλαμά, πάνω στον οποίο στηριζόταν ένα μεγάλο κανοκιάλι παρατηρούσαν τον ορίζοντα μέρα νύχτα, καλοκαίρι ή χειμώνα. Βοήθεια στην ανίχνευση των πλοίων έδινε και ο Σηματογραφικός Σταθμός, ο οποίος καθώς βρισκόταν σε ψηλότερο σημείο είχε την ευχέρεια της καλύτερης αναγνώρισης. Πάνω σε ένα μικρό ύψωμα, δίπλα στη σημερινή Πλατεία Σερφιώτη, αναρτούσε τη χαρακτηριστική σημαία άφιξης μόλις εμφανιζόταν πλοίο στον ορίζοντα. Τότε ξεκινούσε η πιλοτίνα των πλοηγών για να το συναντήσει. Σκαρφάλωναν πάνω του οι πλοηγοί και αναλάμβαναν το έργο να το οδηγήσουν με ασφάλεια μέσα στο λιμάνι του Πειραιά. Άλλωστε κι αν ακόμα οι πλοηγοί δεν προσέγγιζαν τα πλοία αυτά δεν θα τολμούσαν να κινήσουν μόνα τους για το λιμάνι. Σε απόσταση 500 περίπου μέτρων από την είσοδό του, θα έστελναν τρεις ηχητικούς συριγμούς με τη μπουρού τους, χαρακτηριστικό ηχητικό σημάδι κλήσης των πλοηγών. Από το 1925 σταδιακά άρχισε να οργανώνεται υλικοτεχνικά η πλοηγική υπηρεσία, αλλά και να προσδιορίζεται επακριβώς ο τρόπος λειτουργίας της με σειρά αναγκαστικών νόμων, νομοθετικών διαταγμάτων και νόμων όπως το 1938, 1939, 1943 κ.α. μέχρι το βασικό νομοθέτημα του 1955 (Ν. 3142 «Περί Πλοηγικής Υπηρεσίας»). Ωστόσο μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μελέτη της λειτουργίας των πλοηγών του Πειραιά πριν από το 1925, έτος ίδρυσης της πλοηγικής υπηρεσίας, καθώς υπήρχε ήδη σχετική νομοθεσία που υποχρέωνε τα πλοία που εισέρχονταν στο λιμάνι να χρησιμοποιούν πλοηγούς με την καταβολή συγκεκριμένων πλοηγικών δικαιωμάτων. Πριν από την ίδρυση της Πλοηγικής υπηρεσίας, καθήκοντα πλοηγών εκτελούσαν ιδιώτες, παλαιοί ναυτικοί, που με μικρά ιστιοφόρα καΐκια ή καλύτερα βάρκες, παραλάμβαναν τα εισερχόμενα πλοία. Τους πλοηγούς αυτούς τους αποθανάτισαν οι Γάλλοι ναυτικοί κατά την διάρκεια της γαλλικής κατοχής Πειραιά -περιόδου 1916 – 17 καθώς τους προξένησαν μεγάλη εντύπωση όταν τους έβλεπαν να κινούνται θαρραλέα στο ανοιχτό πέλαγος για να προσεγγίσουν τεράστια στο μέγεθος πλοία. Επρόκειτο για ιδιώτες που ζούσαν κάνοντας αυτό το επάγγελμα και που ανταγωνίζονταν μεταξύ τους όμοια με τους βαρκάρηδες. Δεν διέφεραν σε τίποτα από αυτούς και συχνά μάλωναν μεταξύ τους. Διότι όποιος κατάφερνε να φτάσει πρώτος και να αναλάβει το πλοίο, εισέπραττε τα πλοηγικά δικαιώματα απευθείας από τον καπετάνιο. Έτσι όσα περισσότερα πλοία αναλάμβανε ο ιδιώτης πλοηγός τόσα περισσότερα χρήματα έβγαζε. Ανοίγονταν στα ανοιχτά οι ιδιώτες πλοηγοί περιμένοντας το πλοίο να φανεί, όπως το ίδιο έπρατταν και οι βαρκάρηδες. Οι πρώτοι στόχευαν το πιλοτάρισμα του πλοίου, οι δεύτεροι στους επιβάτες του. Κατά τα άλλα πλοηγοί και βαρκάρηδες δεν διέφεραν στον τρόπο που δρούσαν. Ολοένα ανοίγονταν και πιο βαθιά για να παραλάβουν πρώτοι το πλοίο. Είχαν ασκηθεί τόσο πολύ ώστε όταν την ίδια ώρα κατέφταναν τρία ή τέσσερα πλοία ταυτόχρονα, μπορούσαν να ξεχωρίσουν από τον καπνό και μόνο τα είδη των πλοίων, το μέγεθός τους και κατευθύνονταν σε ένα συγκεκριμένο αφήνοντας τα υπόλοιπα καθώς το πιο μεγάλο θα τους έφερνε και μεγαλύτερα πλοηγικά δικαιώματα! Όμως η πραγματικότητα ήταν σκληρή καθώς ένας μόνο από το πλήθος των πλοηγών που προσέτρεχαν κατάφερνε να ρίξει το γάντζο και να εξασφαλίσει το τρόπαιο που ήταν η άνοδός του στο πλοίο. Οι υπόλοιποι ιδιώτες πλοηγοί κουρασμένοι από τον αγώνα να φτάσουν πρώτοι, ιδρωμένοι και ταλαιπωρημένοι επέστρεφαν πίσω άπρακτοι. Εάν ο ιδιώτης πλοηγός ήταν προχωρημένης ηλικίας δεν είχε καμία τύχη να κερδίσει το ψωμί του και την επιβίωσή του από αυτό το επάγγελμα, όπως άλλωστε συνέβαινε και με τους βαρκάρηδες. Ο ανταγωνισμός ήταν σκληρός απαιτούσε τις μέρες της άπνοιας δυνατό κουπί και γνώση ιστιοφορίας όταν φυσικά ο άνεμος επέτρεπε τη χρήση πανιού. Όταν το 1925 αποφασίστηκε η ίδρυση της πλοηγικής υπηρεσίας οι βάρκες καταργήθηκαν όπως και ο ανταγωνισμός των ιδιωτών. Τα πλοηγικά δικαιώματα καταβάλλονται πλέον σε αυτήν, ενώ οι πλοηγοί είναι έμμισθοι υπάλληλοι. Έτσι ο αιματηρός ανταγωνισμός των ιδιωτών έληξε και τα πνεύματα ηρέμησαν. Τα πλοηγικά δικαιώματα διαφέρουν ανάλογα με τη χωρητικότητα των πλοίων και τον αριθμό των ελληνικών λιμανιών που προηγούμενα έχουν προσεγγίσει. Οι πρώτες τέσσερις βενζινοκίνητες πιλοτίνες ήταν βαμμένες γαλάζιες. Με αυτές εργάζονταν οι δεκαοκτώ πλοηγοί του πλοηγικού σταθμού του Πειραιά που ήταν μοιρασμένοι σε βάρδιες. Το 1936 ο λογοτέχνης – αρθρογράφος του Πειραιά και του λιμανιού του, ο Χρήστος Λεβάντας σε σχετικό άρθρο του στην εφημερίδα «Ακρόπολις» καταγράφει το συνολικό αριθμό των πλοηγών σε όλη την Ελλάδα στους εξήντα πέντε, ενώ πλοηγικοί σταθμοί υπήρχαν σε 24 άλλα ελληνικά λιμάνια. Την Διοίκηση των πλοηγών Πειραιά, ασκούσε ένας εν αποστρατεία ναύαρχος ο Φραγκίσκος Πορτάρος με τα κεντρικά γραφεία της υπηρεσίας να βρίσκονται στο Μέγαρο Βάττη που την εποχή εκείνη στεγαζόταν εκεί το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιώς. Το 1938 το Κράτος εισέπραττε από την πλοηγική υπηρεσία 400 χιλιάδες δραχμές την ημέρα από τα πλοηγικά δικαιώματα! Όταν ο Πειραιάς όπως και η υπόλοιπη Ελλάδα βυθίστηκαν στη μαύρη περίοδο της κατοχής (1941 – 1944) η υποκλοπή πληροφοριών από την πλοηγική υπηρεσία απέδωσε τα μέγιστα στο χώρο της αντίστασης. Οι πλοηγοί του Πειραϊκού λιμανιού είχαν τη δική τους προσφορά αίματος με την αντιστασιακή τους δράση. Οι πλοηγοί Πέτρος Δρακόπουλος και Άγησίλαος Λεοντακιανάκος «έδιναν» τις κινήσεις των γερμανικών πλοίων καθώς τις μάθαιναν έγκαιρα μέσα από την υπηρεσία τους (από το βιβλίο κίνησης). Η απώλεια πολλών πλοίων του Άξονα οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην αντιστασιακή δράση των δύο αυτών πλοηγών, οι οποίοι συνελήφθησαν στις 28 Μαρτίου του 1944. Στο σημείο αυτό οφείλω να κάνω μια παρένθεση και να αναφέρω ότι στη Φιλολογική Στέγη Πειραιώς είχαμε την τύχη να έχουμε ανάμεσά μας την Αμαλία, την κόρη του Αγησίλαου Λεοντακιανάκου, η οποία υπήρξε ακούραστη στα πολιτιστικά δρώμενα του Πειραιά. Η Αμαλία Λεοντακιανάκου διαπνεόταν από την ίδια αγάπη για την πατρίδα που είχε και πατέρας της τον οποίο εξετέλεσαν οι Γερμανοί για τη δράση του. Στις μέρες μας παρά την εξέλιξη της τεχνολογίας και τον τρόπο προσέγγισης των πλοίων, η επιβίβαση των πλοηγών από την πιλοτίνα στο σκάφος παραμένει μια δύσκολη και επικίνδυνη υπόθεση ειδικά όταν η θάλασσα είναι τρικυμιώδης καθώς κοντά στις ακτές δημιουργείται ακανόνιστος κυματισμός (αντιμάμαλο) που καθιστά την ανάβαση στο πλοίο δύσκολη. Όμως εκτός από αυτό η πλοηγική υπηρεσία καλείται σήμερα με τα λίγα μέσα και προσωπικό που διαθέτει να καλύψει ένα διαρκή αυξανόμενο όγκο εργασίας. Όλοι επιζητούν την αύξηση των αφίξεων κρουαζιερόπλοιων στον Πειραιά, μεριμνούν για τα σχέδια αύξησης των προβλητών και επέκτασης του λιμανιού, επιζητούν ολοένα και περισσότερους τουρίστες, χωρίς όμως να μεριμνούν για το προσωπικό και τα μέσα της πλοηγικής υπηρεσίας.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *