Οι 604 νύμφες από τον Πειραιά (1958)

του Στέφανου Μίλεση

ΟΛΥΜΠΙΑΟι Έλληνες ναυτικοί βρέθηκαν στην ήπειρο της Αμερικής πολλά χρόνια πριν από τη μεγάλη μετανάστευση που άρχισε να σημειώνεται από τα τέλη του 19ου αιώνα. Η μεγάλη μετανάστευση Ελλήνων που αναζητούσαν την τύχη τους στην Αμερική, οφείλετο στη φήμη, ότι πέραν του Ατλαντικού ωκεανού, υπήρχε μια χώρα πλούσια, η Αμερική, η οποία προσέφερε γρήγορο και εύκολο πλουτισμό. Αυτή η φήμη ήταν, που έφερε και τους πρώτους Έλληνες μετανάστες στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ωκεανού. Κανείς όμως από αυτούς, αλλά και από εκείνους που ακολούθησαν αμέσως μετά, δεν είχε την πρόθεση να εγκατασταθεί στην Αμερική μόνιμα. Φαντάζονταν ότι αρκούσαν λίγα μόνο χρόνια εργασίας και ύστερα πλούσιοι θα επέστρεφαν πίσω στην Ελλάδα. Ήταν οδυνηρή η απογοήτευση που δοκίμαζαν μετά την εκεί άφιξή τους. Όμως το ελληνικό φιλότιμο και κυρίως η έλληψη ναύλων επιστροφής τους, τους εμπόδιζε από το να επιστρέψουν πίσω στην πατρίδα. Αγνοούντες την γλώσσα και άνευ χρημάτων, στερημένοι παντός εφοδίου, αντιμετώπισαν την βιοπάλη με το χειρότερο τρόπο. Το μεταναστευτικό ρεύμα από την Ελλάδα προς την Αμερική γιγαντώθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Και αυτό είχε να κάνει κυρίως με τη συστηματική δρομολόγηση βαποριών, που έκαναν το δρομολόγιο ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Χωρικοί ή νησιώτες εγκατέλειπαν τις ιδιαίτερες πατρίδες τους για να ανακαλύψουν έναν νέο πολιτισμό, χωρίς πρώτα να έχουν γνωρίσει τον πολιτισμό της Αθήνας ή του Πειραιά ή έστω κάποιας άλλης ελληνικής μεγαλούπολης. Αναχωρούσαν από το λιμάνι του Πειραιά, χωρίς να ξέρουν τη γλώσσα της νέας χώρας που είχαν για προορισμό, και δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι πολλοί, αν όχι οι περισσότεροι, δεν γνώριζαν να γράφουν ή να διαβάζουν καν τα ελληνικά, που ήταν η ίδια η γλώσσα τους. Ωστόσο τα δύο μεγάλα κίνητρα της μετανάστευσης που ήταν η δυστυχία και η φτώχια, υπερνικούσαν τα εμπόδια που εμφανίζονταν, και έκαναν χιλιάδες ανθρώπους να γίνουν μετανάστες, ενώ μέχρι λίγο καιρό πριν δεν είχαν καν απομακρυνθεί από την οικογένειά τους ή τα στενά όρια του χωριού τους.

Η περιγραφή των συνθηκών του ταξιδιού, που πολλές φορές έφτανε στα αυτιά τους, δεν τους φόβιζε ιδιαίτερα αφού και στην πατρική τους οικία στερούνταν το ζεστό μπάνιο, το τρεχούμενο νερό ή τα βασικά είδη ενδιαίτησης και διατροφής. Το μόνο δηλαδή που έβλεπαν ήταν η μιζέρια του περιβάλλοντος στο οποίο μεγάλωσαν και η απουσία εργασιακού μέλλοντος.

Όσο περνούσε ο καιρός η αναχώρηση για τις Η.Π.Α. συστηματοποιούταν, νέες γραμμές δρομολογούνταν. Όσο όμως κι αν βελτιώνονταν οι τρόποι μετακίνησης προς Αμερική, Καναδά και Αυστραλία οι δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι ομογενείς μετανάστες ήταν πάντα τρομακτικές ειδικά κατά τον πρώτο χρόνο της εκεί παραμονής τους. Κάποιοι πείθονταν να υπογράψουν συμβόλαια που προέβλεπαν την πληρωμή των μεσιτών εργασίας, με κράτηση των αποδοχών τους για τους έξι πρώτους μήνες της εργασίας τους. Παρά τις δυσκολίες που αναφέραμε οι Έλληνες μετανάστες εξαπατημένοι ή όχι, κατάφερναν ύστερα από σκληρή εργασία να εξασφαλίσουν όχι μόνο τη δική τους επιβίωση αλλά άρχισαν να στέλνουν χρήματα στους φτωχούς γονείς τους, να ξεχρεώνουν το σπίτι το πατρικό τους, να προικίζουν τις αδελφές τους. Από φιλότιμο και από ντροπή αποσιωπούσαν τα παθήματά τους, τα οποία ουδέποτε γίνονταν γνωστά στον κύκλο του χωριού τους.

Αυτός ο ιδιότυπος «νόμος της σιωπής» αντί να αποτρέψει έτρεφε τα όνειρα άλλων συγχωριανών που έβλεπαν τον συμπατριώτη τους να προκόβει στην Αμερική, να βοηθά το σπίτι του, μη γνωρίζοντας βέβαια περισσότερες λεπτομέρειες. Είναι αλήθεια ότι αυτός ο «κύκλος της σιωπής» βοηθούσε στο να συντηρείται το μεταναστευτικό ρεύμα. Η άγνοια του κινδύνου βοηθούσε στην ευκολότερη λήψη της απόφασης για μετανάστευση. Ο Πειραιάς ήταν κύρια το λιμάνι εκείνο από το οποίο αναχώρησαν οι περισσότεροι Έλληνες. Τα μεγάλα υπερωκεάνια ελληνικά ή ξένα είχαν δημιουργήσει από το λιμάνι του Πειραιά μια αδιάκοπη γέφυρα προς τις Η.Π.Α., τον Καναδά και την Αυστραλία.

Ο καταστροφικός Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η κατοχή της Ελλάδας με τον εμφύλιο που ακολούθησε, η πείνα, η έλλειψη εργασίας, οι δύσκολες κοινωνικές συνθήκες ειδικά στην ελληνική επαρχία και άλλοι παράγοντες, συντέλεσαν ώστε μεταπολεμικά να στηθεί και πάλι αυτή η θαλάσσια γραμμή μετανάστευσης, αιμορραγίας ελληνικού αίματος στις ξένες χώρες. Όπως προπολεμικά, έτσι και μεταπολεμικά κάθε φορά που αναχωρούσε ένα από τα ωκεανοπόρα πλοία εξελίσσονταν στην Τρούμπα, αλλά και έναντι του ναού Αγίου Νικολάου, διαδραματίζονταν σπαραχτικές σκηνές αποχωρισμού. Μανάδες αποχαιρετούσαν τα παιδιά τους, αδέλφια θα αποχωρίζονταν για πάντα μεταξύ τους, νεαροί έφηβοι ακόμα που ονειρεύονταν μια καλύτερη ζωή, γεμάτοι από νεανική ζωντάνια και ορμή για δημιουργία. Ανάμεσα στους μετανάστες υπήρχε και μια κατηγορία νεαρών στην ηλικία γυναικών που ήταν οι λεγόμενες «υποψήφιες νύμφες». Παρόμοιες αποστολές από την προπολεμική ακόμα εποχή ήταν πολλές. Ακαταχώριστες οι περισσότερες, έξω από στατιστικούς πίνακες, η μετανάστευση «νυμφών» συνεχιζόταν και στην μεταπολεμική εποχή, ακόμα και στα χρόνια εκείνα που τα λογαριάζουμε ως σύγχρονα!

Στις 11 Μαρτίου 1958 νέο αίμα πολύτιμο και ζωντανό εξήχθη από τη χώρα μέσω του Πειραιά. Εξακόσιοι ογδόντα νέοι μετανάστες αναχώρησαν με το ιταλικό υπερωκεάνιο «Λουρέλια» για την Αυστραλία. Από αυτούς, οι 604 ήταν υποψήφιες νύμφες που τις είχαν καλέσει Έλληνες εγκατεστημένοι από καιρό στην μακρινή ήπειρο. Οι γυναίκες αυτές αναχωρούσαν από τον Πειραιά χωρίς να γνωρίζουν και πολλά για τον άνδρα με τον οποίο επρόκειτο να περάσουν την υπόλοιπη ζωή τους. Το μόνο που γνώριζαν για αυτόν, ήταν ότι διέθετε δουλειά και σπιτικό. Αυτά και μόνο, ήταν αρκετά για να τις κάνει να ταξιδέψουν στο άγνωστο, αφού ούτε καν αυτά ήταν εξασφαλισμένα στην Ελλάδα. Η προβλήτα της Τρούμπας γέμιζε κάθε φορά ακόμα ασφυκτικά από χιλιάδες άνδρες και γυναίκες, μέλη οικογενειών και φίλους, που έρχονταν να τις δουν για στερνή φορά, να τις αποχαιρετίσουν. Οι υποψήφιες νύμφες αγκάλιαζαν για τελευταία φορά ίσως τους γηραιούς γονείς τους, γνωρίζοντας ότι θα ήταν δύσκολο να τους ξαναδούν. Τέτοιος αποχαιρετισμός ισοδυναμούσε με θάνατο! Μητέρες έκλαιγαν σπαρακτικά για τα κορίτσια τους για τα οποία είχαν ονειρευτεί ένα άλλο μέλλον. Μια «καραβιά» ακόμα ελληνικού αίματος προς εξαγωγή.

Αν στα αρχαία χρόνια έμεινε στην ιστορία η αποστολή κάθε εννιά χρόνια, επτά νέων αγοριών και επτά νέων κοριτσιών από την Αθήνα, θυσία στον Μινώταυρο, σε πόσες ιστορικές σελίδες θα έπρεπε να καταγραφεί άραγε αυτή η θυσία εκατομμυρίων Ελλήνων, όταν αιώνες αργότερα θα γίνονταν μετανάστες; Αφού η κατεστραμμένη χώρα δεν είχε και δυστυχώς δεν έχει, να εξάγει τίποτα άλλο, εξήγαγε (και συνεχίζει να εξάγει) ανθρώπινο δυναμικό. Δημοσιογράφοι από μεγάλες εφημερίδες κατέβαιναν να καταγράψουν κάποιες κουβέντες από τις γυναίκες αυτές. Οι απαντήσεις που λάμβαναν στερεότυπες και επαναλαμβανόμενες «Στο χωριό μου η κατάσταση είναι τραγική», «η μονοτονία του χωριού με έπνιξε, όταν πάλι πάω εκεί και δεν μου αρέσει θα πάρω το βαπόρι και θα επιστρέψω…». Κάποιες… ναι! Επέστρεψαν. Οι περισσότερες όμως έμειναν εκεί στην μακρινή Αυστραλία, στην πολυπληθή Νέα Υόρκη ή στις πόλεις του ατέλειωτου καναδικού χειμώνα.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 6 Μαρτίου 1958 είχε αναχωρήσει από τον Πειραιά το υπερωκεάνιο  «Βασίλισσα Φρειδερίκη» με προορισμό την Αμερική (Νέα Υόρκη) και τον Καναδά με ενδιάμεσες στάσεις σε Νάπολη και Γένοβα. Άλλοι επτακόσιοι πενήντα Έλληνες μετανάστες είχαν αναχωρήσει (εκ των οποίων οι 150 προορίζονταν για τον Καναδά) αφού πρώτα είχαν αποχαιρετίσει τους συγγενείς τους στην προβλήτα της Τρούμπας. Σε κάθε αναχώρηση υπερωκεάνιων πλοίων για την Αμερική ή την Αυστραλία τα λιγοστά ξενοδοχεία του Πειραιά γέμιζαν από άνδρες, γυναίκες και παιδιά από όλες τις περιοχές της Ελλάδας που είχαν φτάσει στο λιμάνι συνοδεύοντας το αγαπημένο τους πρόσωπο που αναχωρούσε. Οι ασπασμοί, οι αγκαλιές, τα δάκρυα και οι κραυγές των μανάδων, που μέχρι να χαθεί το πλοίο από το λιμάνι φώναζαν στα παιδιά τους, που ίσως να μην έβλεπαν ξανά στη ζωή, έμειναν βαθιά χαραγμένες στη μνήμη όσων έτυχε να παρακολουθήσουν τέτοιες στιγμές.

Θα κλείσω με μια περιγραφή γυναίκας που έζησε τις σκηνές αυτές αποχαιρετισμού και μου έγραψε λίγο παλαιότερα «όταν το πλοίο έβγαινε από το λιμάνι, η ορχήστρα του έπαιζε το τραγούδι “φιλώντας της μανούλας του το χέρι και της καλής του τα γλυκά τα χείλη… στο καλό έχε γεια ψιθυρίζει η μανούλα γλυκά” κι όπως χανόταν το πλοίο στον ορίζοντα της Αίγινας, μια φιγούρα που όλο και μίκραινε, φαινόταν ακόμα να χαιρετάει με τα δύο της χέρια ανοιχτά, σα νάχε φτερούγες. Φύγαμε κι όταν είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και η φιγούρα στο πλοίο είχε χαθεί μαζί με το πλοίο που πήγαινε στην Αμερική. Εγώ όμως έβλεπα αυτή τη φιγούρα συνέχεια μπροστά μου και τα βράδια στο κρεβάτι μου ξεκλείδωνα την πόρτα της ψυχής μου κι αποχαιρέταγα τον Θόδωρο. Τον αδελφό μου…».

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *