Ο Αγκιστριώτης Δημήτριος Δέδες.Ο πρώτος Έλληνας, Ήρωας Βατραχάνθρωπος

δέδεςΣήμερα θα αναφερθώ στην αληθινή ιστορία ενός αρίστου Έλληνα Βατραχανθρώπου, του Δημήτρη Δέδε.

Ο Δημήτρης γεννήθηκε στο Αγκίστρι το 1936. Η οικογένειά του καταγόταν από ένα γενναίο ήρωα Έλληνα οπλαρχηγό, τον Μητρομάρα (Μήτρο Δέδε ή Λέκκα), ο οποίος σκοτώθηκε με τα 411 παλληκάρια του σε μάχη με τους τούρκους στο Μεγαλοχώρι Αγκιστρίου, μετά την αποτυχία της επανάστασης των Ορλώφ το 1772 μ.χ. Μνημείο Πεσόντων, σε ανάμνηση αυτής της μάχης, υπάρχει στον προαύλιο χώρο των Αγίων Αναργύρων στη Σκάλα Αγκιστρίου.

Ο Δημήτρης ήταν πολύ υπερήφανος για την καταγωγή του. Ψηλός και ωραίος ως Έλληνας, ήταν άνθρωπος του καθήκοντος. Όταν πέθανε ο πατέρας του ανάλαβε καθήκοντα προστάτη της Μητέρας και των αδελφών του. Άφησε το σχολείο και έφυγε με τα καράβια. Δούλεψε σκληρά για να ετοιμάσει τις προίκες των αδελφών του και αφού τις πάντρεψε, το 1957 κατατάχτηκε στο στρατό.  Ήταν μόλις είκοσι χρονών και είχε πετύχει τόσα πολλά!

Εκείνη τη χρονιά το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό αποφάσισε να οργανώσει μια ομάδα βατραχανθρώπων. «Ομάδα Ανορθόδοξου Πολέμου» την ονόμασαν. Έστειλαν κάποιους αξιωματικούς στην Αμερική για εκπαίδευση και εκείνοι όταν επέστρεψαν διάλεξαν από το Ναυτικό σαράντα περίπου ξεχωριστά παλικάρια. Όλοι ήταν υψηλοί και ωραίοι, υγιείς και πολύ δυνατοί. Πρώτος από την ομάδα βγήκε ο Δημήτρης και μετά ακολουθήσανε άλλοι πέντε. Όλοι οι άλλοι απορρίφθηκαν. Σε μια απλή τελετή ο Δημήτρης ονομάστηκε «Πρώτος Έλληνας της Ελληνικής Ομάδας Βατραχανθρώπων».

Ο Δημήτρης υπηρέτησε με αξιοπρέπεια και σεβασμό την πατρίδα του, παίρνοντας μέρος σε μεγάλες και δύσκολες αποστολές.

Όταν αποχώρησε από την υπηρεσία του οι Έλληνες εφοπλιστές έκαναν ως δώρο αναγνώρισης των υπηρεσιών του ένα όμορφο καΐκι «για να αρμενίζει τα πέλαγα» και εκείνος σε όλη του τη ζωή δεν έβγαλε ποτέ από το κεφάλι του το πηλίκιο του καπετάνιου.

Στην καθημερινή του ζωή ήταν ευθύς, λιγομίλητος και ποτέ δεν φοβήθηκε να πει την γνώμη του για κάτι καλό ή κακό. Πάντοτε υπερασπιζόταν το δίκαιο για το καλό του νησιού του. Οι νησιώτες, ποτέ δεν τον άκουσαν, ούτε τον υποστήριξαν.

Στα ογδόντα του χρόνια είχε πέσει στην αφάνεια και κανείς δεν θυμόταν το ένδοξο παρελθόν του. Ήταν απλά ο Μπάρμπα Μήτσος ο ιδιότροπος.

Ο Δημήτρης έφυγε ήσυχα μία χειμωνιάτικη μέρα σε κάποιο Νοσοκομείο της Πρωτεύουσας. Κοίταξε την αγαπημένη του Ελένη και της έσφιξε το χέρι, μετά τις αδελφές του, τα παιδιά του και έκλεισε τα μάτια.

Μεταφέρθηκε στο νησί του για να ετοιμαστεί για την τελευταία του κατοικία. Τότε ήρθε η έκπληξη και η αναγνώριση!

Στο ταπεινό, πέτρινο σπιτάκι έφτασε ένα τιμητικό άγημα του Πολεμικού Ναυτικού. Ήταν ο Γενικός Διοικητής των Βατραχανθρώπων Ελλάδος, ο Υποδιοικητής, πέντε Αξιωματικοί βατραχάνθρωποι και του έφεραν δύο στεφάνια. Ένα μεγάλο δάφνινο στεφάνι σταλμένο από τον Γενικό Διοικητή του ΓΕΝ και ένα άλλο όλο λευκά και κόκκινα τριαντάφυλλα, από τον Γενικό Διοικητή και τους Βατραχανθρώπους, αφιερωμένα και τα δύο στον «Πρώτο Έλληνα Ήρωα Βατραχάνθρωπο». Είχαν επίσης μαζί τους και ένα τελευταίο μετάλλιο που ο Μπάρμπα Μήτσος δεν είχε εμφανιστεί, λόγω υποχρεώσεων να το παραλάβει και το τοποθέτησαν με σεβασμό στα πόδια του, κοντά στα άλλα μετάλλια.

Οι νησιώτες, ιδιαίτερα οι νέοι, προβληματίστηκαν! Ο Μπάρμπα Μήτσος δεν ήταν τόσο στριμμένος, όπως νόμιζαν. Ένας τέτοιος ήρωας που λάτρεψε την Πατρίδα του δεν μπορούσε να θέλει το κακό τους. Απλά γκρίνιαζε προσπαθώντας να τους κάνει να καταλάβουν πως οι ανησυχίες του δεν ήταν για να επιβάλει τις απόψεις του αλλά γιατί ανησυχούσε πραγματικά για  το μέλλον και την ομορφιά του νησιού του.

Το Άγημα συνόδεψε τον Δημήτρη στην τελευταία κατοικία του και αποδίδοντας τις πρέπουσες τιμές αποχώρησε, αφήνοντας τους συγχωριανούς του στις απορίες και τους προβληματισμούς τους.

Αποχαιρέτησα την Ελένη. «Κουράγιο» της είπα και τη φίλησα, σφίγγοντας της το χέρι.

Με κοίταξε με τα δακρυσμένα μεγάλα, καστανά μάτια της. Όλη την ημέρα δεν είχε βγάλει μιλιά. Μόνο έκλαιγε. Σιωπηλά. Χωρίς λυγμούς. Με είχε συγκινήσει αυτός ο βουβός στωικός πόνος της. Τα λόγια που μου είπε όμως τη στιγμή του αποχωρισμού μας με συγκλόνισαν και με έκαναν να γράψω αυτή τη μικρή αλλά τόσο ανθρώπινη ιστορία.

«Ξέρεις τι με στενοχωρεί περισσότερο; Τώρα πια δεν θα κρατώ το χέρι του. Θα τον αγγίζω μόνο στη φωτογραφία».

Σοφία Ησυχίδου

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *