Ο ναυτικός αποκλεισμός του Πειραιά του 1850

του Στέφανου Μίλεση

ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ ΠΕΙΡΑΙΑ 1850Στις30 Δεκεμβρίου του 1849 κάνει την εμφάνιση έξω από τον Πειραιά ο Βρετανικός στόλος της Μεσογείου, που καταπλέει από τα Δαρδανέλλια. Στις 4 Ιανουαρίου του 1850 ο επικεφαλής του στόλου αυτού Ναύαρχος Ουίλιαμ Πάρκερ, μαζί με τον Πρεσβευτή της Αγγλίας στην Αθήνα Ουάις, επιδίδουν τελεσίγραφο στον Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών Αναστάσιο Λόντο, με απαιτήσεις οι οποίες φυσικά δεν ευσταθούν και είναι στο σύνολό τους παράλογες. Βασική απαίτηση είναι να αποζημιωθεί ο Πατσίφικο, το σπίτι του οποίου είχε λεηλατηθεί δυόμιση χρόνια νωρίτερα (το 1847) στην Αθήνα. Οι Βρετανοί θέλοντας ουσιαστικά να επιβάλουν την πολιτική τους στην Ελλάδα, ανασύρουν την ξεχασμένη υπόθεση του Πατσίφικο και υιοθετούν τις αξιώσεις του, σύμφωνα με τις οποίες ο παθών ζητά αποζημίωση που αγγίζει τις 900 χιλιάδες δραχμές, επειδή όπως ισχυρίζεται του κατέστρεψαν τη συζυγική κλίνη, τη θερμάστρα του σπιτιού του και άλλα έπιπλα μεγάλης αξίας.

Δίπλα στις απαιτήσεις του Πατσίφικο προστέθηκαν κι άλλες, ώστε να δίδεται η εντύπωση ότι η επέμβαση της Βρετανίας ήταν επιβεβλημένη για να συμμορφωθεί η ελληνική κυβέρνηση καθώς φαινόταν ότι συστηματικά παραβίαζε τα δικαιώματα Βρετανών υπηκόων. Η προθεσμία που χορηγήθηκε για την ικανοποίηση των αιτημάτων, ήταν ασήμαντη καθώς η Βρετανία σκόπευε να προχωρήσει σε ναυτικό αποκλεισμό των ελληνικών λιμανιών και ουδόλως ενδιαφερόταν να αποζημιωθεί. Στις 9 Ιανουαρίου το ατμόπλοιο «ΟΘΩΝ» μόλις εξήλθε από το λιμάνι του Πειραιά με προορισμό τη Σύρο, κλήθηκε από αγγλική φρεγάτα να σταματήσει. Ο πλοίαρχος του ατμόπλοιου έχοντας διαταγή να υπακούσει και να μην προβάλει ούτε την ελάχιστη αντίσταση, παρέδωσε το πλοίο εις τον πλοίαρχο της αγγλικής φρεγάτας ο οποίος αφού το έδεσε πίσω από τη φρεγάτα ρυμουλκούμενο το έφερε πίσω στον Πειραιά. Η παρεμπόδιση απόπλου του ατμόπλοιου «ΟΘΩΝ» ήταν η πρώτη από εκατοντάδες άλλες ενέργειες, σχεδόν πειρατικές στο σύνολό τους, με τις οποίες εφαρμόστηκε ο ναυτικός αποκλεισμός του λιμανιού του Πειραιά.

Την επομένη ακριβώς μέρα το «ΟΘΩΝ» ξαναδεμένο πίσω από το ίδιο αγγλικό πολεμικό ρυμουλκήθηκε στη Σαλαμίνα, καθώς εκεί οι Άγγλοι συγκέντρωναν τα ελληνικά πλοία που διενεργούσαν απόπειρα εισόδου ή εξόδου από το λιμάνι του Πειραιά. Μέχρι την 29η Ιανουαρίου 1850 οι Άγγλοι με πειρατικές ενέργειες και κανονιοβολισμούς έχουν συγκεντρώσει έξω από τον Πειραιά πάνω από 200 εμπορικά σκάφη διαφόρων τύπων και μεγεθών. Τα μόνα πλοία που επιτρέπονταν να μπουν και να βγουν από το λιμάνι ήταν εκείνα που είχαν μισθωθεί από ξένους εμπόρους. Μέσα σε ελάχιστες μόνο ημέρες, το ελληνικό εμπόριο πέρασε αποκλειστικά στα χέρια των ξένων εμπόρων, οι οποίοι αμέσως διπλασίασαν τις τιμές, διεξάγοντας στην ουσία «μαύρη αγορά», με την άδεια και την προστασία των Βρετανών. Η αισχροκέρδεια επικράτησε σχεδόν σε όλα τα αγαθά, καθώς ξένοι έμποροι εκμεταλλευόμενοι την ευκαιρία έσπευσαν να εκμισθώσουν πλοία με βασικά είδη διατροφής τα οποία διοχέτευαν στην αγορά της πόλης αντί εξωφρενικού τιμήματος. Στο μεταξύ δεν αρκούσε ο αποκλεισμός και η αισχροκέρδεια, αλλά ένα ακόμα δεινό προστέθηκε στους κατοίκους της πόλης. Από τον Ιανουάριο του ίδιου χρόνου μέχρι το Μάρτιο, η θερμοκρασία στον Πειραιά είχε πέσει στους επτά βαθμούς με χιόνια, κρύο και δυνατούς ανέμους. Η τροφοδοσία κάρβουνου είχε διακοπεί και οι Πειραιώτες δεν έβρισκαν τρόπο να θερμανθούν. Ο Πειραιάς την εποχή εκείνη (απογραφή 1851), αριθμούσε 5.247 κατοίκους, η Αθήνα 24.754 κατοίκους, ενώ ο νομός Αττικής 87.962 κατοίκους. Όλος ο πληθυσμός της Ελλάδας έφτανε τότε στους 998.226 κατοίκους. Ωστόσο δεν ήταν λίγες οι φορές, που παράτολμοι ναυτικοί κατάφερναν να διασπάσουν τον αποκλεισμό επιχειρώντας την έξοδο από το λιμάνι του Πειραιά. Οι απόπειρες εξόδου είναι πολλές, ενώ εισόδου λίγες, καθώς οι πλοίαρχοι με τα πληρώματά τους, επιθυμούσαν να βγουν από το λιμάνι στην ανοιχτή και ελεύθερη θάλασσα, καθώς πίστευαν ότι έχοντας στην κατοχή τους και πάλι το σκάφος τους θα μπορούσαν να εργαστούν αλλού, σε άλλα λιμάνια και να βιοπορίσουν.

Εκτός από τη Σαλαμίνα που αποτελούσε τόπο συγκέντρωσης των κατασχεμένων πλοίων και εντός του λιμανιού του Πειραιά βρίσκονταν πλοία σε ομηρία. Η ελληνική ναυτιλία και η κίνηση στο λιμάνι του Πειραιά την εποχή εκείνη δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητη. Η «Στατιστική» του Κ. Αγγελόπουλου για το λιμάνι του Πειραιά σημειώνει ότι εισπλέουν και εκπλέουν ετησίως (ενιαυσίως) 7 χιλιάδες πλοία, εκ των οποίων τα 2.500 είναι εμπορικά, τα 4.300 είναι της ακτοπλοΐας, ενώ τα υπόλοιπα είναι πολεμικά και ατμόπλοια. Όλη αυτή η κίνηση δρομολογίων μεταφέρει 30 χιλιάδες κόσμου (αφικνουμένων ή αποδημούντων) αριθμός μεγάλος και αξιοσημείωτος που καταδεικνύει τον αριθμό των αναγκών που κάλυπτε το λιμάνι του Πειραιά λίγο πριν τον αποκλεισμό του. Στις 15 Φεβρουαρίου του 1850 ένας Υδραίος πλοίαρχος τρεχαντηριού, εισέρχεται στο σκάφος του που βρισκόταν αραγμένο στην προκυμαία του κεντρικού λιμένα. Καθώς διαπίστωσε ότι την ημέρα εκείνη φυσούσε δυνατός άνεμος, ανέπτυξε στα ιστία του όλα τα πανιά και όρμησε ακάθεκτος προς το στόμιο του λιμανιού. Εκεί ακριβώς δύο λέμβοι, από παρακείμενο αγγλικό ατμόπλοιο, είχαν αναλάβει το έργο να σταματούν -έστω και βιαίως- κάθε απόπειρα εξόδου ή εισόδου στο λιμάνι, τουλάχιστον όταν η προσπάθεια αυτή αφορούσε μικρά σκάφη όπως ήταν το Υδραίικο τρεχαντήρι. Καθώς ο όμως ο Υδραίος είχε ανοίξει όλα τα πανιά του και είχε ήδη αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, οι Άγγλοι κατάλαβαν ότι ήταν αδύνατον να τον προλάβουν. Έτσι πριν απομακρυνθεί του έριξαν ένα μεταλλικό γάντζο δεμένο με αλυσίδα ώστε να πιάσουν το σκάφος και να καταστήσουν αδύνατη την απομάκρυνσή του. Όμως ο γάντζος που έριξαν έμεινε πάνω στο υδραίικο τρεχαντήρι, ενώ ο Άγγλος ναύτης που κρατούσε την αλυσίδα στην άλλη άκρη, έπεσε στη θάλασσα. Έτσι ο Υδραίος πλοίαρχος, το όνομα του οποίου δεν έγινε ποτέ γνωστό, κατάφερε να διαφύγει του Αγγλικού αποκλεισμού. Η παράτολμη πράξη του υδραίου, προβλημάτισε τους Βρετανούς καθώς φοβήθηκαν μήπως κι άλλοι Έλληνες καπετάνιοι προσπαθήσουν να πράξουν το ίδιο. Στις έξι η ώρα το απόγευμα της ίδιας ημέρας, οι Βρετανοί εξαιτίας αυτού του επεισοδίου, εξέδωσαν διαταγή με την οποία όλοι οι πλοίαρχοι όφειλαν να αφαιρέσουν τα πηδάλια από τα σκάφη τους και να τα παραδώσουν σε συγκεκριμένο Αγγλικό ατμόπλοιο, στο οποίο είχε ανατεθεί η συλλογή τους. Με αυτό τον τρόπο οι Βρετανοί, πίστευαν ότι είχαν βρει τρόπο να αφαιρέσουν κάθε δυνατότητα ελληνικού πλοίου να εξέλθει από το λιμάνι του Πειραιά.

Με την μεσολάβηση των Γάλλων και των Ρώσων ο αποκλεισμός διεκόπη στις 28 Απριλίου 1850. Όμως η Αγγλία δεν επέστρεψε πίσω τα σκάφη που είχε κατάσχει, παρά μόνο όταν εισέπραξε από την ελληνική κυβέρνηση 330.000 φράγκα. Ωστόσο αργότερα η Ελλάδα θα λάβει πίσω το ποσό αυτό. Ο αποκλεισμός του Πειραιά επίσημα καταχωρήθηκε από τις 19 Ιανουαρίου 1850 έως 28 Απριλίου του ίδιου έτους. Τελικώς ο Πατσίφικο για τον οποίο υποτίθεται ότι έγινε όλη αυτή η επιχείρηση θα λάβει από την Ελλάδα ως αποζημίωση το ασήμαντο ποσό των 3.750 δραχμών!

Ο Ραγκαβής έγραψε σε σημαντική αγγλική εφημερίδα ότι ο Πατσίφικο ήταν ένας κοινός απατεώνας. Ο δεύτερος απείλησε να κινηθεί δικαστικά αλλά δεν το έπραξε ποτέ καθώς ο Ραγκαβής την επόμενη κιόλας ημέρα δημοσίευσε στην ίδια εφημερίδα στοιχεία από την Αστυνομία, των συλλήψεων του Πατσίφικο για τοκογλυφία και άλλα αδικήματα πέριξ της απάτης, καθώς και άλλα προβλήματα που είχε δημιουργήσει στους περιοίκους στο Ψυρρή όπου διέμενε.

Ο Πατσίφικο πέθανε στο Λονδίνο το 1854, εποχή που ο Πειραιάς ζούσε νέες τραγικές στιγμές με τη χολέρα που είχαν μεταδώσει τα Γαλλικά στρατεύματα διενεργώντας ακόμα μια κατοχή της πόλης με επικεφαλής τον Ναύαρχο Τινάν. Ο δύσμοιρος Πειραιάς στη μακρόχρονη ιστορία του υπέστη σειρά από ναυτικούς αποκλεισμούς και κατοχές.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *