Ο Ουρανός και η Κιβωτός

χιώτηΜια φορά κι έναν καιρό, λίγο μετά τον πρώτο κατακλυσμό, κι ενώ ακόμη τα νερά δεν είχαν τραβηχτεί κι η θάλασσα ήταν μαύρη σαν κόλαση, φάνηκε στη μέση του ωκεανού μια κιβωτός.

Δεν ξέρουμε ούτε γιατί βρέθηκε εκεί, ούτε τι περιείχε. Τα πλάσματα της θάλασσας, τα φύκια κι οι αστερίες την είπανε «Γερό Σκαρί» διότι είχε ναυαγήσει δυο φορές κι άγνωστο πως, κατάφερνε κι αναδυόταν.

Αυτή η κιβωτός λοιπόν, όταν έπεφτε το βράδυ τραγουδούσε:

«Σ’ αγαπώ, μα είσ’ ουρανός

που δεν μπορώ να φτάσω

στη γη δεν έχουμε στεριές

που να μπορώ ν’ αράξω.

Αν μ αγαπάς, αχ ουρανέ

τους άνεμους να δέσεις

κάνουν τα κυμματα βουνά

και θα με καταστρέψεις».

Εκείνο το τραγούδι τράβηξε την προσοχή του ουρανού. «Αυτό είναι σπουδαίο τραγούδι» είπε στη μικροσκοπική κιβωτό κι έπειτα έστρεψε ξανά τα γαλάζια μάτια του ψηλά, στον κόσμο των άστρων. Και ξέχασε να δέσει τους άνεμους.

Όμως η κιβωτός δεν κάκιωσε του ουρανού. Του τραγουδούσε κάθε νύχτα. Δεν κάκιωσε ούτε του θεού που έπλασε την κιβωτό κιβωτό και τον ουρανό ουρανό, διότι ήταν άδικο μεν, τη συνέφερε δε. Τα σκαριά αργά ή γρήγορα φθείρονται ενώ οι ουρανοί δεν φθείρονται ποτέ.

Κι έτσι κύλισε ο καιρός. Ήσυχα.

Όταν έφτασε η τελευταία νύχτα, η κιβωτός τραγούδησε:

«Κι άμα με φαν τα κύματα

μην κλάψεις, ουρανέ μου

επάνω στα συντρίμμια μου

σκύψε, ψιθύρισέ μου:

Δεν έπρεπε, Γερό Σκαρί,

μονάχο να μ’ αφήσεις,

κάνω τη θάλασσα ουρανό

για να ξαναγυρίσεις».

Και τότε συνέβη το απρόβλεπτο. Ο απέραντος γαλάζιος ουρανός έγειρε ξαφνικά ολόκληρος προς τη γη και χύθηκε στη θάλασσα. Γι αυτό η θάλασσα είναι από τότε γαλάζια . Από έρωτα.

Κατερίνα Χιώτη

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *