Ο ποιητής Ρώμος Φιλύρας

ΜΙΛΕΣΗΣτου Στέφανου Μίλεση

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1942 πέθανε ο ποιητής Ρώμος Φιλύρας. Παράξενη η εξιστόρηση της βιογραφίας κάποιου να ξεκινά από την ημέρα του θανάτου του. Ίσως διότι μόνο όταν πεθάνει ένας λογοτέχνης ή ένας καλλιτέχνης θυμούνται κάποιοι να γράψουν δυο λόγια για αυτόν. Ίσως επειδή τότε νιώθουν την ανάγκη να μιλήσουν, να εκφραστούν ή ίσως απλώς και μόνο από ηθική υποχρέωση. Σε κάθε περίπτωση είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι οι ημέρες που ακολουθούν τον θάνατο ενός πνευματικού ανθρώπου είναι εκείνες που μπορεί κάποιος να αλιεύσει τις περισσότερες πληροφορίες για τον τρόπο που έζησε, για όσα δημιούργησε. Τότε οι φίλοι που γνώριζαν τον εκλιπόντα ελευθερώνονται από τους τύπους και γράφουν δύο λόγια παραπάνω για εκείνον που ποτέ δεν θα εξιστορούσαν όταν ζούσε. Οι περισσότεροι όμως ξαφνικά ανακαλύπτουν ότι δεν έχουν να πουν τίποτα για εκείνον που έφυγε, παρά το γεγονός ότι ίσως να καθόταν για χρόνια στο διπλανό από αυτούς γραφείο στην εργασία ή να ήταν για χρόνια γείτονάς τους. Κι έτσι σιωπούν από αμήχανη άγνοια. Όπως και ο Νιρβάνας είχε γράψει κάποτε που είχε παρευρεθεί μόνος στην κηδεία του Βολανάκη, στον θάνατο μετριούνται οι φίλοι της ζωής.

ΦιλύραςΟ Ρώμος Φιλύρας πέθανε νοσηλευόμενος στο Δρομοκαΐτειο ίδρυμα ακολουθώντας και αυτός τον δρόμο που είχαν χαράξει οι Γεώργιος Βιζυηνός και Μιχάλης Μητσάκης. Όμως ο Φιλύρας δεν θα είναι ο τελευταίος έγκλειστος του Δρομοκαΐτειου αφού τον δρόμο αυτό θα ακολουθήσει στη συνέχεια και ο φίλος του Γεράσιμος Βώκος που θα βρεθεί κι αυτός στο «Σπίτι των ζωντανών ανθρώπων». Ο Φιλύρας βρέθηκε στο Δρομοκαΐτειο κλεισμένος αρκετά χρόνια πριν τον θάνατό του ωστόσο σε αντίθεση με τους άλλους προαναφερόμενους λογοτέχνες εκείνος δεν θα σιγήσει μόλις βρεθεί σε αυτό. Αντίθετα θα γράψει πλήθος ποιημάτων που θα χαρίσει απλόχερα στους φίλους που τον επισκέπτονταν. Η συγγραφή των ποιημάτων αυτών γινόταν σε περιόδους που ο Φιλύρας ανακτούσε την πνευματική του διαύγεια.

Ο εγκλεισμός του οφειλόταν σε ανίατο αφροδίσιο νόσημα (σύφιλη) που ήταν αθεράπευτη νόσος τότε και που οδηγούσε σταδιακά στην τρέλα τους ασθενείς. Οι συφιλιδικοί οδηγούνταν στα ψυχιατρεία. Οι ελεγχόμενες κατοχικές εφημερίδες της εποχής στρίμωξαν την αναγγελία θανάτου του ανάμεσα στα τεράστια σε μέγεθος άρθρα που αποτελούσαν τα «προπαγανδιστικά» νέα της ημέρας και που αποδείκνυαν τον θρίαμβο της γερμανικής πολεμικής μηχανής. Ο εκλιπών εργάτης του πνεύματος είχε γίνει γνωστός με το φιλολογικό ψευδώνυμο Ρώμος Φιλύρας, ωστόσο το πραγματικό του όνομα  ήταν Ιωάννης Οικονομόπουλος. Γεννημένος το 1888 στο Δερβένι Κορινθίας ήρθε στον Πειραιά σε μικρή ηλικία ακολουθώντας τον πατέρα του Βασίλειο που ήταν εκπαιδευτικός στο επάγγελμα. Ο ίδιος επέλεξε να γίνει δημοσιογράφος ενώ παράλληλα δημοσίευε στίχους σε διάφορα περιοδικά όπως το «Χαραυγή» της Μυτιλήνης, στο «Διάπλαση των Παίδων» αλλά και στο «Νουμά» του Ταγκόπουλου. Η πρώτη του ποιητική συλλογή «Ρόδα στον αφρό» δημοσιεύθηκε το 1911 και κατέταξε τον Φιλύρα μεταξύ των εκλεκτών ποιητών, ενώ στη συνέχεια εξέδωσε τον «Γυρισμόν» (1919), τις «Ερχόμενες» (1920), την «Κλεψύδρα», τον «Πιερρότον» (1922) αρθρογραφώντας παράλληλα δημοσιογραφικά σε γνωστές εφημερίδες και περιοδικά.

Ο Φιλύρας υπήρξε ένα ανήσυχο πνεύμα, αφηνιασμένη ποιητική διάνοια, που κατέκλυζε με στίχους ποιημάτων του όλα τα ημερήσια, εβδομαδιαία ή μηναία έντυπα της εποχής του. Χάριζε απλόχερα ποιήματά του στους φίλους του σε αντίθεση με τον ποιητή και φίλο του Λάμπρο Πορφύρα που ποτέ δεν πρόσφερε ποίημα σε κανέναν. Ο κύκλος φίλων του περιελάβανε όλους τους Πειραιώτες λογοτέχνες με τους οποίους συναντιόταν στο καφενείο του Διονυσιάδου εκεί που τη θέση του αργότερα κατέλαβε ο κινηματογράφος Σπλέντιτ. Για τη λογοτεχνική συντροφιά του Διονυσιάδου έχει αναφερθεί και ο Παύλος Νιρβάνας ότι αποτελείτο από τον Άγγελο Κοσμή, Γεράσιμο Βώκο, Αλέξανδρο Βραχνό, Γεώργιο Ζουφρέ, Σπύρο Μελά, Άριστο Καμπάνη, Λάμπρο Πορφύρα και άλλες τεράστιες πνευματικές προσωπικότητες που τότε ζούσαν στον Πειραιά.

Σε αντίθεση με τους περισσότερους πνευματικούς δημιουργούς της εποχής του, ο Φιλύρας δεν ήταν απομονωμένος στους κύκλους των ποιητών και της διανόησης. Ζούσε την εποχή του και θα λέγαμε ότι υπήρξε άνθρωπος της διασκέδασης. Του άρεσαν οι χοροί, οι ωραίες κυρίες, τα εκλεπτυσμένα μέρη όπως το ξενοδοχείο «ΑΚΤΑΙΟΝ» στο Νέο Φάληρο όπου σύχναζε. Η ζωή του παρουσίαζε πραγματικά μεγάλες αντιθέσεις. Διότι ενώ τα βράδια ακολουθούσε τα χνάρια της κοσμικής ζωής, τα πρωινά εργαζόταν στις εφημερίδες ως αστυνομικός συντάκτης! Στις στήλες της εφημερίδας «Νέα Ημέρα» κατέγραφε τα εγκλήματα και άλλα συμβάντα από τα αστυνομικά δελτία. Από τα σαλόνια του «ΑΚΤΑΙΟΝ» στα διάφορα αστυνομικά τμήματα του Πειραιά και της Αθήνας προκειμένου να συλλέξει τα στοιχεία για τα άρθρα του.

Πολλές φορές η βραδινή πλευρά της ζωής του λειτουργούσε σε βάρος της πρωινής. Έτσι έχανε συμβάντα για τα οποία στη συνέχεια έτρεχε σε φίλους του αστυνομικούς συντάκτες άλλων εφημερίδων για να τον πληροφορήσουν. Κάθε μικροτραυματισμός, μικροκλοπή ή απατεωνιά καταγραφόταν επιμελώς από τον Φιλύρα, ώστε αργότερα να επιλέξει τα σημαντικότερα για να τα συμπεριλάβει στην καθημερινή του στήλη. Κι όταν δεν έβρισκε να γράψει τίποτα το αξιόλογο, κατέγραφε τα λεγόμενα «καροδρομκά» δηλαδή τα τροχαία ατυχήματα που γίνονταν στους δρόμους του Πειραιά και της Αθήνας. Τα αποκαλούσε «καροδρομικά» έχοντας περιπαιχτικό χαρακτήρα και τον προσδιορισμό αυτόν τον είχε μεταδώσει και στους άλλους αστυνομικούς συντάκτες με τους οποίους συνεργαζόταν. Θεωρούσε υπερβολικό το χαρακτηρισμό τέτοιων ατυχημάτων ως «τροχαία», αφού τα περισσότερα οχήματα που κυκλοφορούσαν ακόμα ήταν τα κάρα!

Γενικώς στον Φιλύρα άρεσαν τα αστεία και οι φάρσες. Πάντα στα γραφεία των εφημερίδων όπου εργάστηκε οι συνάδελφοί του τον πρόσεχαν μήπως και τους σκαρώσει καμιά φάρσα. Ο Φιλύρας στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912 – 1913 επιστρατεύθηκε κανονικά όπως άλλωστε συνέβη και με όλους τους λογοτέχνες της εποχής του. Βρέθηκε στο τρομερό Μπιζάνι που εκτός από τις φονικές μάχες που έγιναν εκεί, δερνόταν αμείλικτα από το χιόνι και το κρύο. Τοποθετήθηκε στα χαρακώματα της πρώτης γραμμής παρά το γεγονός ότι έπασχε από μεγάλη μυωπία που δεν του επέτρεπε να δει ούτε σε απόσταση μερικών μέτρων. Στο Μπιζάνι ο Φιλύρας έπαθε κρυοπαγήματα και τον μετέφεραν στην Αθήνα. Νοσηλεύθηκε στο Μαράσλειο όπου πολλοί φίλου του συχνά τον επισκέπτονταν. Έλεγαν ότι θα του ακρωτηριάσουν δύο δάκτυλα και από τα δύο πόδια. Τότε κάποιος από τους φίλους του για να ελαφρύνει κάπως την κατάσταση τον ρώτησε αν θα συνέχιζε να γράφει ποιήματα. Κι εκείνος απάντησε «Εγώ ω βλακίστατε, δεν είμαι από τους ποιητάς που γράφουν στίχους με τα πόδια. Τους γράφω με τα χέρια μου και για αυτό τα σεβάστηκε η τρομερή παγωνιά του Μπιζανίου».

Αμέσως μετά την περίοδο νοσηλείας του ο Φιλύρας τοποθετήθηκε ως προσωπικό στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύθηκε καθώς δεν μπορούσε να επιστρέψει στην πρώτη γραμμή. Συνέβη τότε ένα περιστατικό για το οποίο έχει γραφτεί ότι ήταν ένα από τα γνωστά αστεία του Φιλύρα, μια φάρσα ακόμα. Ωστόσο τα γεγονότα δείχνουν ότι το περιστατικό αυτό δεν είχε ουδεμία σχέση με φάρσα. Από τα δελτία της διεύθυνσης Αστυνομίας έγινε γνωστό ότι κάποιος στρατιώτης, ο Ιωάννης Οικονομόπουλος (αυτό είπαμε ήταν το πραγματικό όνομα του Φιλύρα), που βρισκόταν σε στρατιωτικό νοσοκομείο αυτοκτόνησε. Καθώς όλοι οι συντάκτες των αστυνομικών ρεπορτάζ των εφημερίδων γνωρίζονταν μεταξύ τους, το όνομα Ιωάννης Οικονομόπουλος συνδυαζόμενο με την ιδιότητα του Φιλύρα που εκείνη την εποχή υπηρετούσε και μάλιστα σε νοσοκομείο, ήταν στοιχεία ικανά να τους πείσουν πως εκείνος που αυτοκτόνησε ήταν ο Φιλύρας! Την άλλη κιόλας μέρα οι συνάδελφοι του Φιλύρα έπιασαν στις εφημερίδες τους να γράφουν για τον ποιητή που αυτοκτόνησε, για τα ποιήματά του και το έργο του. Μέσα σε ένα 24ωρο ο Φιλύρας είχε γίνει γνωστός ακόμα και σε όσους δεν τον γνώριζαν μέσα από τη νεκρολογία του. Μόνο που ο Φιλύρας ήταν ζωντανός! Ωστόσο διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν φάρσα δική του, από εκείνες που κανόνιζε στους φίλους του συνήθως. Ένας δυστυχισμένος στρατιώτης που από τραγική σύμπτωση λεγόταν κι εκείνος Ιωάννης Οικονομόπουλος και υπηρετούσε στο ίδιο στρατιωτικό νοσοκομείο με τον Φιλύρα είχε αυτοκτονήσει! Όμως ακόμα κι έτσι είχε υπάρξει παρέμβαση του Φιλύρα! Διότι ο Φιλύρας που είχε μάθει για το περιστατικό αν και γνώριζε ότι το πιο πιθανό ήταν να πιστέψουν ότι ήταν εκείνος ο αυτόχειρας, δεν έπραξε απολύτως τίποτα. Ακόμα και την επομένη που οι εφημερίδες είχαν δημοσιεύσει τη νεκρολογία του, ούτε και τότε δεν έκανε τίποτα. Απλώς καθόταν στο νοσοκομείο και μάλλον από εκεί απολάμβανε όλο το σούσουρο που η λανθασμένη είδηση είχε δημιουργήσει γύρω από το όνομά του. Η παρεξήγηση όμως δεν θα μπορούσε να κρατήσει για πάντα. Έτσι ο Φιλύρας φρεσκοξυρισμένος και καλοντυμένος όπως ήταν πάντα, εμφανίστηκε στα γραφεία των εφημερίδων απολαμβάνοντας κάθε εμφάνισή του ξεχωριστά, αφού διασκέδαζε ιδιαίτερα τις στιγμές εκείνες που οι συνάδελφοί του τον έβλεπαν ξαφνικά μπροστά τους. Δεν άργησαν οι εφημερίδες στη θέση της νεκρολογίας να δημοσιεύουν διαψεύσεις με αιτία την παρεξήγηση του ονόματος και της ίδιας θέσης. Και πάλι το όνομα του Φιλύρα ήρθε στις εφημερίδες προσφέροντάς του μια ακόμα ευκαιρία διαφήμισης. Το 1916 ο Φιλύρας θα γράψει για το περιστατικό αυτό ένα εύθυμο πεζογράφημα με τίτλο «Ο θεατρίνος της ζωής» ενώ για χρόνια επαναλάμβανε στους φίλους του «Υπήρξα τα πάντα στη ζωή μου μέχρι και αυτοκτόνος!».

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *