Πειραιώτες που έγραψαν ιστορία

 

Μέλπω Ζαρόκωστα (1933 – )

μέλπω 1Γεννήθηκε στον Πειραιά στα 1933. Κόρη του Ηλία Ζαρόκωστα ενός από τους πρώτους έλληνες Αναλογιστές και της Δέσποινας Σπυροπούλου. Μετά τον πόλεμο μετανάστευσε για λίγο καιρό στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και κατόπιν στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας, όπου σπούδασε θέατρο στο Metropolitan Theater και στη σχολή Ραδιοφωνικών σπουδών Canandale σκηνοθεσία, σενάριο και υποκριτική. Έμεινε εκεί 11 χρόνια και ξεκίνησε την καλλιτεχνική της καριέρα στην τηλεόραση και το θέατρο. Ερμήνευσε στο Σίδνεϊ την «Αντιγόνη» του Ανουίγ. Επίσης την «Εκάβη» στα ελληνικά για την ελληνική παροικία. Το 1957 παντρεύτηκε τον πρώτο της σύζυγο τον πιανίστα Ανδρέα Διαμαντίδη και μετέβη μαζί του Λονδίνο, όπου και έμειναν για ένα χρόνο. Λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων επέστρεψε στμέλπω 2ην Ελλάδα το 1958.

Σχεδόν ταυτόχρονα με την επιστροφή στην Αθήνα, ξεκίνησε και τη συνεργασία της με το θίασο του Λάμπρου Κωνσταντάρα. Εκεί γνώρισε και τον μετέπειτα δεύτερο σύζυγο της επίσης ηθοποιό και σκηνοθέτη Βίκτορα Παγουλάτο με τον οποίο και απέκτησαν ένα γιο, τον Αλέξανδρο.

Ασχολήθηκε με την μετάφραση και διασκευή έργων για το θέατρο, ραδιόφωνο και τηλεόραση. Έγραψε το πρώτο της θεατρικό έργο, το «Φροντιστήριο Γυναικών», στο οποίο και συμπρωταγωνίστησε με τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τη Νόρα Βαλσάμη και το Νίκο Απέργη. Έκτοτε αρκετά δικά της έργα έχουν παιχθεί στην Αθήνα και την επαρχία.

Υπήρξε το πρώτο γυναικείο μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων από το 1960, μέλος του Δ.Σ. από το 1990 και Πρόεδρος της Εταιρείας από το 1999 έως το 2001.

Το κινηματογραφικό της ντεμπούτο στον Ελληνικό κινηματογράφο το έκανε το 1959 στο Ξύλο Βγήκε Απ’ τον Παράδεισο.

Επί τρία χρόνια είχε αναλάβει την συγγραφή της επιτυχημένης σειράς της ΕΡΤ «Από την Κωμωδία στο Δράμα» και σε ορισμένες εκπομπές πρωταγωνιστούσε και η ίδια.

Έχει μεταφράσει πάνω από 200 έργα για το Θέατρο. Το Πρώτο πρωτότυπο θεατρικό έργο της ήταν το «Φροντιστήριο Γυναικών» στο οποίο επίσης συμπρωταγωνίστησε με τον Ντίνο Ηλιόπουλο, Νόρα Βαλσάμη, Νίκο Απέργη. Ακολούθησαν και άλλα που παίχτηκαν σε αθηναϊκές και επαρχιακές σκηνές όπως «Σπέρα Μπαμπλ», «Ερωτοκαυγάδες», «Δασκαλάκος», «Δυο γυναίκες ένας άντρας», «ο φίλος μου οΤζο» και το «Δυο κοπέλες μόνες».

Σε έναν απολογισμό ζωής και καριέρας, η σπουδαία ηθοποιός, που διέγραψε σημαντική πορεία και ως μεταφράστρια αλλά και συγγραφέας θεατρικών έργων, μιλάει για τις συνεργασίες της με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, και τη φιλία της με την αξέχαστη Τασσώ Καββαδία, για την οποία ομολογεί πως της λείπει.

Αναφέρεται επίσης στην προσωπική της ζωή και την επιλογή της να κάνει μόνο ένα παιδί, ενώ σχολιάζει με χιούμορ πώς αντιμετώπισε η ίδια την πανδημία, λέγοντας ότι πέρασε όλο αυτό το διάστημα κλεισμένη στο σπίτι της, σκεπτόμενη: «Ας πεθάνω από οτιδήποτε άλλο εκτός από κορωνοϊό».

Είμαι γεννημένη το 1933 στον Πειραιά. Και τώρα, που κάνω τακτικά απολογισμούς ζωής, σας λέω ότι είμαι πολύ ευχαριστημένη. Κυνήγησα με μεγάλη μανία το όνειρό μου, που ήταν το θέατρο και ήταν ένα επάγγελμα απαγορευμένο στην εποχή μας. Εγώ κατάφερα με πολύ πόνο και με πολύ δάκρυ, λόγω του περιβάλλοντός μου, να αποκτήσω πολλά και σπουδαία εφόδια του θεάτρου. Νομίζω πως είμαι περισσότερο μεταφράστρια παρά ηθοποιός, αν και όλα τα είδη της υποκριτικής τέχνης είναι μαγεία!

Όταν έχεις τα πνευματικά και επαγγελματικά εφόδια, κανείς δεν μπορεί να σου επιβάλει τι θα κάνεις στην προσωπική σου ζωή. Εμένα μου έδιναν ένα έργο τη μία μέρα και μου ζητούσαν την άλλη να το έχω μεταφράσει. Κι επειδή εγώ μπορούσα να το κάνω, δεν μπορούσε κανείς να μου πει αν θα κάνω ένα παιδί ή πέντε παιδιά. Ήμουν ικανή στο είδος μου και νομίζω το αναγνώρισαν και το κοινό και οι επιχειρηματίες. Σκεφτείτε, νύχτα μέρα έγραφα. Για τρία χρόνια έγραφα το σενάριο, σκηνοθετούσα και έπαιζα.

 

 

Αιμίλιος Βεάκης (1884 – 1951)

βεάκης 1Ο Αιμίλιος Βεάκης (Πειραιάς, 13 Δεκεμβρίου 1884 – Αθήνα, 29 Ιουνίου 1951) υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ηθοποιούς. Διακρίθηκε στους Βαλκανικούς πολέμους, έλαβε μέρος στην Αντίσταση κατά την Κατοχή ως μέλος του ΕΑΜ, αλλά αργότερα δέχτηκε διώξεις λόγω των αριστερών του πεποιθήσεων.

Εγγονός του λόγιου και θεατρικού συγγραφέα Ιωάννη Βεάκη, αλλά ορφανός και από τους δυο γονείς, πέρασε τα παιδικά του χρόνια μαζί με άτεκνους συγγενείς. Παρά τις ενστάσεις των κηδεμόνων του, γράφτηκε σε ηλικία 16 ετών (1900) στη «Βασιλική Δραματική Σχολή». Μετά την απότομη διακοπή της δραματικής σχολής του Βασιλικού Θεάτρου, εισήχθη στη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου και σπούδασε ζωγραφική. Το 1901 όμως, διέκοψε τις σπουδές του και άρχισε την καριέραΒεάκης 2 του ως ηθοποιός στο Βόλο με το θίασο της Ε. Νίκα. Από τότε θα περιοδεύσει στις επαρχίες όπου υπάρχει ελληνικό στοιχείο, μέχρι την επιστράτευσή του στους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913), κατά την οποία και θα προαχθεί σε λοχία λόγω «ανδραγαθίας».

Επιστρέφοντας από το μέτωπο, ο Βεάκης συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους θιάσους της εποχής (Λεπενιώτη, Καλογερίκου, Κοτοπούλη, Κυβέλη, Οικονόμου) και διακρίθηκε σε όλα τα θεατρικά είδη. Αναδείχθηκε εξαίρετος «καρατερίστας» και διέπρεψε στις κλασικές τραγωδίες και δράματα. Σταθμός στην καριέρα του θεωρήθηκε η ερμηνεία του Οιδίποδα στην ομώνυμη τραγωδία (Οιδίπους τύραννος), σε σκηνοθεσία του Φώτου Πολίτη με την «Εταιρεία Ελληνικού Θεάτρου». Από το 1932 μεσουράνησε στο επανασυσταθέν Βασιλικό Θέατρο, ως Εθνικό Θέατρο. Διετέλεσε και ο ίδιος θιασάρχης του, καθώς επίσης και καθηγητής υποκριτικής στην επαγγελματική σχολή του Εθνικού θεάτρου.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, συνεργάστηκε με την κυρία Κατερίνα και συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση από τις τάξεις του ΕΑΜ. Μετά τα Δεκεμβριανά, ακολούθησε το ΕΑΜ μαζί με άλλους ηθοποιούς στην υποχώρηση προς τα βουνά, όπου και συνέχισαν να δίνουν θεατρικές παραστάσεις. Υπήρξε μέλος του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου. Για αυτήν την πολιτική του τοποθέτηση ο Βεάκης μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, αντιμετώπισε διώξεις που κλόνισαν την υγεία του και έκαμψαν την ιδιοσυγκρασία του.

Συνταξιοδοτήθηκε το 1947 και έκανε κάποιες σποραδικές εμφανίσεις, μέχρι τις αποχαιρετιστήριες παραστάσεις του στο Εθνικό θέατρο τον Απρίλιο και το Μάιο του 1951. Πέθανε ξεχασμένος και πένης και κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο.

Μετά το θάνατό του, αναγνωρίστηκε μερικώς η τεράστια προσφορά του στο ελληνικό θέατρο με ορισμένες τιμητικές κινήσεις. Το σύγχρονο θερινό θέατρο -τύπου αρχαίου θεάτρου- «Σκυλίτσειο» στη Καστέλα, στον Πειραιά, που είχε ανεγείρει ο δήμαρχος Αριστείδης Σκυλίτσης το 1969, μετονομάσθηκε το 1976 σε «Βεάκειο». Επίσης προτομή του Αιμίλιου Βεάκη ανεγέρθη στη δεξιά πλευρά της πρόσοψης του Δημοτικού Θεάτρου του Πειραιά, ενώ το θεατρικό μουσείο απονέμει σε άνδρες ηθοποιούς από το 1994 και ανά διετία, το Έπαθλο «Αιμίλιος Βεάκης» για την ερμηνεία α΄ ανδρικού ρόλου, καθώς και το τιμητικό Έπαθλο Βεάκη για τη συνολική προσφορά τους στο θέατρο.

 

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *