Πειραϊκά ανάλεκτα

του Στέφανου Μίλεση

ΠΕΙΡΑΪΚΑΚάποιο χειμωνιάτικο πρωινό ο Βασιλιάς Γεώργιος Α’ κατέβηκε ξαφνικά στον Πειραιά με σκοπό να επισκεφθεί το βασιλικό περίπτερο. Κατέβαινε σπάνια αλλά είχε αναθέσει γύρω από αυτό, να αναπτυχθεί ένα πραγματικό άλσος με πεύκα και άλλα δένδρα. Η ξαφνική και άνευ προειδοποίησης επίσκεψή του είχε να κάνει με μια πληροφορία που είχε λάβει. Του είπαν ότι οι σπάνιες επισκέψεις του στο περίπτερο έδιναν αφορμή σε καταπατητές να αρχίσουν να «τρώνε» την έκταση. Επίσης κατά καιρούς υλοτομούσαν τα δένδρα ενώ κάποιοι δεν δίσταζαν να σκοτώνουν και κάποια ζώα και πουλιά που ο Γεώργιος είχε διατάξει να αφεθούν ελεύθερα μέσα στην έκταση. Πραγματικά ο Γεώργιος σε εκείνη την αιφνιδιαστική επίσκεψη έπιασε τον ίδιο του τον φύλακα με το όπλο στον ώμο, να κρατάει στα χέρια δύο μπεκάτσες από εκείνες που είχαν αφεθεί να ζουν μέσα στο άλσος. «Τι κάνεις ρε με αυτές; Δεν ντρέπεσαι;» του είπε. Και ο φύλακας τότε του απάντησε ότι τις σκότωσε προκειμένου να τις προσφέρει για φαγητό σε αρουραίους για να τους κρατήσει μακριά από την έκταση και να μην εισέρχονται εντός αυτής προκαλώντας διάφορες καταστροφές. «Αρουραίους» όμως στον Πειραιά την εποχή εκείνη, αποκαλούσαν τους διάφορες μικροαπατεώνες που επιδίδονταν σε μικροκλοπές και άλλες παράνομες πράξεις.

Ο Γεώργιος από την άλλη δεν κατάλαβε ότι ο φύλακας αναφερόταν σε ανθρώπους αλλά νόμιζε ότι μιλούσε για τρωκτικά. Έτσι γύρισε στον φύλακα και του απάντησε: «Από τώρα και στο εξής σου δίνω την άδεια να πυροβολείς τους αρουραίους αν είναι τόσοι πολλοί και τόσο επικίνδυνοι». Έτσι κάθε φορά που κάποιος προσπαθούσε να εισέλθει παράνομα στην έκταση, ο φύλακας έριχνε μια φορά στον αέρα και την δεύτερη πάνω στον εισβολέα. Από αυτή τη λανθασμένη κατανόηση όμως η έκταση προστατεύθηκε για σχεδόν όλη την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Μέχρι που το 1911 έβαλαν φωτιά στο άλσος που κάηκε ολοσχερώς. Λέγεται ότι η φωτιά αυτή είχε μπει για να εκδικηθούν τη συμπεριφορά του φύλακα.

Το Βασιλικό περίπτερο ανήκε στον Γεώργιο Α΄ μέχρι τον θάνατό του, όταν στην συνέχεια το άφησε ως κληρονομιά, μέσω διαθήκης, στον Πρίγκιπα Ανδρέα. Με την λεγομένη «επαναστατική κυβέρνηση» του Πλαστήρα (Σεπτέμβριος του 1922), όλη αυτή η έκταση περιήλθε ξανά στην κυριότητα του Δήμου Πειραιά, επί Δημαρχίας Αναστασίου Παναγιωτοπούλου. Ο Παναγιωτόπουλος, ακύρωσε την δωρεά του Τρύφωνα Μουτζόπουλου προς τον Γεώργιο Α΄ και με σύμβαση που καταρτίσθηκε με το Δημόσιο, ανέλαβε ο Δήμος να κατασκευάσει στο νοτιοδυτικό μέρος του Περιπτέρου και κάτω από την Σχολή Δοκίμων μικρή αποβάθρα προς εκφόρτωση εισαγόμενης ξυλείας, αντί ευτελούς μισθώματος!

Όλα αυτά έγιναν βεβαίως εν απουσία του Ανδρέα, ο οποίος στο μεταξύ είχε καταδικασθεί σε θάνατο για τις μάχες του Σαγγάριου. Η απόφαση εκτέλεσης δεν πραγματοποιήθηκε, λόγω μεσολάβησης του Άγγλου Πλοιάρχου Τάλμποτ, ο Ανδρέας διαγράφηκε από το μητρώο Ελλήνων Αξιωματικών, μεταφέρθηκε στο Νέο Φάληρο και αναχώρησε μέσω Κέρκυρας για Ιταλία. Να σημειώσουμε ότι ο γιος του Ανδρέα, είναι ο Φίλιππος ο σύζυγος της σημερινής Βασίλισσας της Αγγλίας Ελισάβετ. Συνεπώς αν είχε παραμείνει η έκταση στο αρχικό ιδιοκτησιακό της καθεστώς ο Φίλιππος της Αγγλίας θα ήταν ο ιδιοκτήτης της έκτασης αυτής.

Μια άλλη μικρή ιστορία από τον Πειραιά που αξίζει όμως να ειπωθεί είναι και αυτή. Οι συγγραφείς, ποιητές αλλά και ζωγράφοι της πόλης μας στερούμενοι ακόμα και των βασικών μέσων επιβίωσης πήγαιναν στον Τινάνειο κήπο όπου πωλούσαν αντί ευτελούς τιμής τα βιβλία ή τους πίνακές τους. Αυτοί οι λογοτέχνες, όπως και οι ζωγράφοι, δεν ήταν τίποτα «της σειράς» όπως θα λέγαμε σήμερα, αλλά σπουδαία ονόματα όπως ο θαλασσογράφος Βολανάκης, αλλά και λογοτέχνες όπως ο Δημοσθένης Βουτυράς ή ο Λάμπρος Πορφύρας και φυσικά πολλοί άλλοι. Ανάμεσά τους φιγουράρει και το όνομα του Αιμίλιου Βεάκη που πριν αποφασίσει να γίνει ηθοποιός ήθελε να γίνει ζωγράφος. Για αρκετά χρόνια ο Αιμίλιος Βεάκης πρόλαβε τον Βολανάκη να διδάσκει στο Καλλιτεχνικό κέντρο επί της Λεωφόρου Βασιλέως Γεωργίου Α’ (Αθηνάς τότε) στον Πειραιά. Τον θαύμαζε και ήθελε να του μοιάσει. Τον είχε πρότυπο και τον ανέφερε διαρκώς ως καλλιτέχνη που θαύμαζε, στο θείο του Παναγιώτη Δάρμα τον ξυλέμπορο όπου εργαζόταν. Και εκείνος του απαντούσε τότε νευριασμένος «θα καταλήξεις στον Τινάνειο κήπο σαν αυτόν που θαυμάζεις!» Αυτή η φράση ήταν αρκετά διαδεδομένη στα τέλη του 19ου αιώνα, αρχές του 20ου. Κυκλοφορούσε ανάμεσα στους καλλιτέχνες όχι μόνο του Πειραιά αλλά και πανελλήνια που έλεγαν μεταξύ τους «μην πας στον Πειραιά διότι θα καταλήξεις να πουλάς τα έργα σου στον Τινάνειο για να ζήσεις». Και αυτό δυστυχώς ήταν μια πικρή αλήθεια. Όσοι επιχείρησαν τότε να ζήσουν με μοναδική πηγή εισοδήματος την τέχνη τους, ατύχησαν οικτρώς. Μόνο ο Γεώργιος Σουρής ξέφυγε από τη μοίρα των υπολοίπων καθώς η εφημερίδα του «Ρωμιός» του εξασφάλιζε μια μόνιμη και σταθερή πηγή εισοδήματος. Οι περισσότεροι λογοτέχνες φυσικά, που γνώριζαν την κατάσταση δεν περίμεναν να ζήσουν από τη συγγραφή αλλά ασκούσαν κάποιο άλλο επάγγελμα που τους εξασφάλιζε τα απαραίτητα. Αυτοί ήταν οι τυχεροί όπως ο Παύλος Νιρβάνας ή ο Άγγελος Τανάγρας που ήταν ιατροί του πολεμικού ναυτικού.

Τραγική αντίθεση στο ξεπούλημα του Τινάνειου κήπου αποτελούσε η βασιλική αποβάθρα που βρισκόταν λίγα μέτρα πιο κάτω. Η Βασιλική αποβάθρα βρισκόταν περίπου μπροστά από το Δημαρχείο Πειραιά (Ωρολόγιο) ενώ ο Τινάνειος κήπος πίσω από αυτό. Στην βασιλική αποβάθρα γίνονται κάθε τόσο οι επίσημες υποδοχές ξένων ή ντόπιων βασιλέων, προέδρων και πρωθυπουργών και άλλων επισήμων. Στρώνονταν κόκκινα χαλιά και στοιχίζονταν τιμητικά αγήματα. Όλος αυτός ο πλούτος και η επισημότητα δημιουργούσαν μια τραγική αντίθεση με τους καλλιτέχνες που λίγα μέτρα πιο πάνω άπλωναν σε πάγκους ή στο χώμα την πραμάτεια τους. Φανταστείτε πίνακες του κορυφαίου Έλληνα θαλασσογράφου Κωνσταντίνου Βολανάκη να πωλούνται «αντί πινακίου φακής»! Έτσι είχε η κατάσταση και μάλλον από τότε ελάχιστα έχουν αλλάξει.

Πρέπει κάποιος να «αποδημήσει εις Κύριον» για να πάρουν αξία τα έργα του ή να διαβαστούν τα βιβλία του. Καλό λόγο όσο ζει ο λογοτέχνης ή ο καλλιτέχνης στην Ελλάδα και ειδικά στον Πειραιά, δύσκολα θα ακούσει… Αυτό το ξεπούλημα έργων στον Τινάνειο δεν ενοχλούσε μόνο όσους λογοτέχνες το έπρατταν αλλά και τους υπόλοιπους. Εκείνη την εποχή οι λογοτέχνες γνωρίζονταν μεταξύ τους, πολύ περισσότερο όταν κινούνταν στην ίδια πόλη. Μόλις εξέδιδαν κάποιο νέο βιβλίο το έστελναν στους συναδέλφους τους γράφοντας πάνω του «τιμής ένεκεν». Πολλοί όμως από αυτούς λόγω της φτώχιας τους, όπως είπαμε, πήγαιναν και πωλούσαν στον Τινάνειο τα βιβλία δίνοντας προτεραιότητα σε όσα είχαν αποκτήσει «τιμής ένεκεν». Όταν το έμαθε αυτό ο ποιητής Γεώργιος Δροσίνης είπε το εξής «Τους στέλνουμε τα βιβλία μας τιμής ένεκεν και τα πωλούν… μισοτιμής ένεκεν!».

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *