Πιες του γιαλού τη σκοτεινή ταβέρνα το κρασί σου

Ο Λάμπρος Πορφύρας στην Φρεαττύδα

Του Στέφανου Μίλεση

Μια από τις πιο γνωστές λογοτεχνικές μορφές του Πειραιά, ήταν και εκείνη του Λάμπρου Πορφύρα. Έχουν γραφτεί τόσες πολλές παρουσιάσεις για τον ποιητή της Φρεαττύδας, περισσότερες ίσως και από τα ποιήματα που ο ίδιος άφησε. Έχουν γίνει πανεπιστημιακές έρευνες για την τεχνοτροπία της γραφής του, δοκίμια για τη γλώσσα που χρησιμοποιούσε, διατριβές για την ομοιοκαταληξία των στίχων του, σπουδές για το κίνημα των μαλλιαρών (δηλαδή των δημοτικιστών του Ψυχάρη) στο οποίο ανήκε, για οτιδήποτε τέλος πάντως θα μπορούσε να ενδιαφέρει έναν μελετητή της λογοτεχνίας. Θα έλεγα όμως, ότι πολύ λίγα έχουν γραφτεί για τον άνθρωπο Λάμπρο Πορφύρα, για τη ζωή του στην Φρεαττύδα, στις γειτονιές της οποίας πέρασε όλα του τα χρόνια, καθώς η Φρεαττύδα αποτελούσε τη μόνιμη πηγή της έμπνευσής του.

Ο κυρ-Δημητράκης, έτσι τον αποκαλούσαν οι φίλοι του, αφού το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Σύψωμος, ήταν μια μορφή ιδιαίτερα αγαπητή στους ταπεινούς ψαράδες της περιοχής με τους οποίους έκανε σχεδόν πάντοτε παρέα. Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται ο Πορφύρας αν και έμεινε ως ο ποιητής της Φρεαττύδας, περιπατούσε όλο τον Πειραιά συχνάζοντας μέχρι κάτω στο Τουρκολίμανο. Άλλωστε ο ίδιος βλέποντας ολοένα και περισσότερους ανθρώπους να συχνάζουν στις αυτοσχέδιες ακόμα ταβέρνες του Τουρκολίμανου, είχε πει ότι «θα έρθει εποχή που το Τουρκολίμανο θα το επισκέπτονται περισσότεροι από ότι θα επισκέπτονται την Ακρόπολη!».

Η παρουσία του Λάμπρου Πορφύρα καταγράφηκε για πρώτη φορά δημόσια, το 1895 από την εφημερίδα «Άστυ», η οποία έγραψε ότι «εκεί κάτω στον Περαία ένας μαθητής ακόμα του γυμνασίου γράφει και απαγγέλει ποιήματα στην αυλή της μπυραρίας του Τσοκαρόπουλου, καθήμενος στη σκιά δύο Λευκών και γύρω του οι συγκεντρωμένοι τον απολαμβάνουν πίνοντας μπύρα». Συνεπώς ο Πορφύρας περιηγείτο σε όλο τον Πειραιά και απολάμβανε τις χάρες των γραφικών του όρμων και των ακτών και όχι μόνο της Φρεαττύδας. Άλλωστε στις καθημερινές του συνήθειες συμπεριλαμβανόταν και το ταξίδι με τον σιδηρόδρομο από τον Πειραιά στην Αθήνα. Απλός άνθρωπος ο Πορφύρας, μαθημένος στα λίγα, θεωρούσε ένα ταξίδι με τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο, ως μια μορφή διασκέδασης. Εκτός Πειραιά του άρεσε να πίνει καφέ στο κοσμικό καφενείο του Ζαχαράτου, ενώ μέσα στις «πολυτελείς» συνήθειές του συμπεριλαμβανόταν και το συχνό γυάλισμα των παπουτσιών του. Αυτό δεν ήταν τυχαίο, καθώς του άρεσε να περπατά κατά μήκος των βράχων της Φρεαττύδας και της Πειραϊκής, με αποτέλεσμα τα παπούτσια του να ήταν πάντα άσπρα από το χώμα και τη σκόνη. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα ήταν το μπαστούνι του, που χωρίς αυτό δεν πήγαινε πουθενά.

Ο Πορφύρας ήταν απόφοιτος του Γυμνασίου Πειραιά, τη γνωστή σήμερα Ιωνίδειο, από την οποία αποφοίτησε το 1895. Γράφτηκε αμέσως στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών την οποία όμως δεν παρακολουθούσε με ιδιαίτερη θέρμη. Το 1899 σταμάτησε οριστικά να φοιτά ένεκα προσβολής του από τύφο. Ταξίδεψε σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες και χρωμάτισε τις εμπειρίες του με πολλές εικόνες του εξωτερικού. Συνεπώς η αγάπη του για τον Πειραιά και την Φρεαττύδα δεν προήρχετο από άγνοια ή έλλειψη εικόνων, αλλά αντιθέτως ήταν αποτέλεσμα σύγκρισης των όσων είχε δει με την ήρεμη και απλοϊκή ζωή που εκείνος επιθυμούσε και που μόνο ο μικρός γραφικός όρμος της Φρεαττύδας μπορούσε να του προσφέρει. Το μαρτυρά ο ίδιος σε ποίημα του «Είδα μια χώρα ξωτικιά στ΄ ανήσυχο όνειρό μου / πόσ΄ όμορφη δε θα το πει ποτέ καμιά ψυχή / Το νου μου πήρε κι άφησα το φτωχικό χωριό μου / κι έκανα τάμα μόνο εκεί ν΄ αράζω, μόνο εκεί».

Από το 1912 έως το 1915 ο Πορφύρας στρατεύεται δύο φορές, μια για τους Βαλκανικούς πολέμους και μια για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχει κάνει πλέον αισθητή την παρουσία του στην ποίηση και ο επιστήθιος φίλος του Παύλος Νιρβάνας (Πέτρος Αποστολίδης) ανησυχώντας μήπως του συμβεί κάτι, μεσολαβεί κατά κάποιο τρόπο ώστε να μετατεθεί στο σώμα μεταφορών. Ο Πορφύρας μαζί με τον κύκλο των καθημερινών ανθρώπων της ταβέρνας με τους οποίους μοιραζόταν τις χαρές και τις λύπες του, διατηρούσε παράλληλα και τον κύκλο της πειραϊκής παρέας διανοούμενων. Και λέω διανοούμενων και όχι λογοτεχνών καθώς οι φίλοι του Πορφύρα ανήκουν σε πολλούς και διαφορετικούς κύκλους και δεν είναι μόνο λογοτέχνες. Επρόκειτο για μεγάλη συντροφιά αποτελούμενη από τον σατυρικό ποιητή Γιώργο Σουρή, τον Ιωάννη Πολέμη, το δημοσιογράφο και εκδότη Άδωνις Κύρου, τον μουσουργό Ναπολέοντα Λαμπελέτ, τον Άγγελο Τανάγρα, τον Γεράσιμο Βώκο, τον Νίκο Χατζάρα, τον Άριστο Καμπάνη καθώς και τον Κερκυραίο ποιητή και μεταφραστή Γεώργιο Ζουφρέ ο οποίος από το 1878 έμενε μόνιμα στον Πειραιά και το σπίτι του βρισκόταν επί της Λεωφόρου Σωκράτους. Την παρέα συμπλήρωνε επίσης ο μεγάλος θαλασσογράφος Κωνσταντίνος Βολανάκης, ο Οικονόμου στη γλυπτική και αρκετοί ακόμα.

Ο Πορφύρας συνεπώς, γνώριζε όλες τις μεγάλες προσωπικότητες που για διαφόρους λόγους «περιφέρονταν» στον Πειραιά λόγω εργασίας ή κατοικίας. Για παράδειγμα ο μουσουργός Λαμπελέτ την ίδια περίπου εποχή είχε αναλάβει τη διεύθυνση της Φιλαρμονικής του Δήμου Πειραιά, ενώ ο Βολανάκης διατηρούσε σχολή, το γνωστό «Καλλιτεχνικόν Κέντρον» στη συμβολή των οδών Λεωφ. Γεωργίου Α’ και Πραξιτέλους. Εμμένω σταθερά στην παρέα που είχαν σχηματίσει τότε όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι του Πειραιά, είτε μόνιμοι στην πόλη, είτε περαστικοί, με διαφορά στην μεταξύ τους ηλικία. Κι αυτό διότι σε μια εποχή που οι επικοινωνίες και οι μεταφορές ήταν ανύπαρκτες, οι άνθρωποι του πνεύματος και της τέχνης κατάφερναν να γνωριστούν μεταξύ τους, έκαναν παρέα, σχημάτιζαν λογοτεχνικές συντροφιές, επισκέπτονταν ο ένας τον άλλον και συνομιλούσαν. Πολλοί από αυτούς στη συνέχεια άφηναν παρακαταθήκη απομνημονεύματα από φιλολογικά πορτραίτα, δηλαδή κατέγραφαν τις συνήθειες των ανθρώπων του κύκλου τους. Χάρη σε αυτά τα φιλολογικά πορτραίτα μπορούμε σήμερα να μελετούμε και να γνωρίζουμε τη ζωή του Βολανάκη, του Νιρβάνα και τόσων άλλων σπουδαίων μορφών του πνεύματος.

Ο Πορφύρας ήταν από τους ελάχιστους λογοτέχνες που ζούσαν ή μάλλον προσπαθούσαν να ζήσουν από τη συγγραφή. Έστελνε τα ποιήματά του σε διάφορα έντυπα και εφημερίδες και ανέμενε την έγκρισή τους με κάποια υποτυπώδη χρηματική αμοιβή από την οποία ζούσε! Συνεπώς η ζωή του Πορφύρα ήταν όχι απλά φτωχική αλλά θα λέγαμε μαρτυρική! Και ενώ όλοι τον θαύμαζαν για την ποίησή του εκείνος δεν είχε χρήματα ούτε για να αγοράσει την εφημερίδα που είχε δημοσιεύσει τους στίχους του, για να νιώσει εκείνη τη χαρά που συνήθως έχουν οι δημιουργοί, να βλέπουν το πνευματικό τους δημιούργημα δημοσιευμένο! Ο Πορφύρας ωστόσο δεν ήθελε να τον λυπούνται και κανείς δεν γνώριζε την οικονομική του κατάσταση, παρά μόνο ο φίλος του ο Παύλος Νιρβάνας τον οποίο όμως είχε αναγκάσει δια όρκου να σιωπά για την κατάστασή του. Δύσκολα κάποιος που είχε εξασφαλιστεί βιοποριστικά, μπορούσε να αντιληφθεί το δράμα εκείνων που ζούσαν από την πνευματική τους εργασία. Ο Νιρβάνας για παράδειγμα ήταν λογοτέχνης αλλά επαγγελματικά ήταν ιατρός αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, όπως Αξιωματικός του Ναυτικού ήταν επίσης και ο Άγγελος Τανάγρας. Αντίθετα ο Πορφύρας όπως και ένας άλλος επίσης Πειραιώτης λογοτέχνης ο Δημοσθένης Βουτυράς ζούσαν αποκλειστικά και μόνο από τη συγγραφή. Ανάμεσα λοιπόν στη μεγάλη φιλολογική παρέα του Πορφύρα ήταν και ο ποιητής Νίκος Χατζάρας. Καθώς του άρεσαν τα αστεία και τα πειράγματα, έλεγε διαρκώς στον Πορφύρα να κεράσει κι εκείνος μια φορά το κρασί της παρέας. Και καθώς φυσικά ο Πορφύρας ουδέποτε κατάφερνε να το κάνει όσο κι αν τον παρότρυνε ο Χατζάρας, στο τέλος του βγήκε ο χαρακτηρισμός του τσιγκούνη. «Βρε τι τσιγκούνης αυτός ο Πορφύρας» επαναλάμβανε ο Χατζάρας. «Εντάξει κρασί δεν μπορείς, κέρασέ μας τουλάχιστον με ένα νέο ποίημα» του έλεγε. Μα ο δυστυχής ο Πορφύρας, ούτε νέο ποίημα μπορούσε να «κεράσει». Διότι κι αυτά τα έγραφε για να τα πουλήσει και πληρωνόταν με τους στίχους. Πραγματικό μαρτύριο!

Και υπήρχαν χρονιές που κατά το συνήθειο της εποχής τοποθετούσαν τους ποιητές και τους πεζογράφους ως κριτές και μέλη επιτροπών σε διάφορους διαγωνισμούς μεταξύ των οποίων και τα Καλλιστεία! Κι έτσι ο κυρ-Δημητράκης βρέθηκε και στη θέση του κριτή καλλιστείων μέσα στην απόλυτο χλιδή του λαμπρού ξενοδοχείου του «ΑΚΤΑΙΟΝ» στο Νέο Φάληρο, περιφερόμενος στις βαθιές βελούδινες πολυθρόνες τους και στα ασημένια του σκεύη όταν ο ίδιος μετρούσε στην κυριολεξία τις μπουκιές του! Και δίπλα του να του δίνουν συχαρίκια τεράστιοι οικονομικοί παράγοντες της εποχής, εφοπλιστές και βιομήχανοι χωρίς να τους ενδιαφέρει εάν ο δημιουργός ποιημάτων, εκείνος που είχε τιμηθεί με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών, εάν είχε να φάει, εάν είχε το βράδυ να κοιμηθεί. Όμως το ίδιο δεν συμβαίνει άραγε και σήμερα;

Ο Πορφύρας πέθανε ένα βράδυ του Δεκέμβρη του 1932 αφού πρώτα είχε πιεί το αγαπημένο του κρασάκι με την αγαπημένη του παρέα. Το φτωχικό δωμάτιο στο οποίο ζούσε βρισκόταν πίσω από το Τζάνειο Νοσοκομείο στην τότε οδό Ποδαλειρίου στον αριθμό 17.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *