ΡΩΜΑΝΟΣ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΜΕΛΩΔΟΣΚάθε ημέρα η εκκλησία μας εορτάζει και προβάλλει Αγίους, οι οποίοι μεσιτεύουν τον Κύριον υπέρ ημών και διαφωτίζουν το νού μας, από τον θείο φωτισμόν του Πνεύματος, που έχουν δεχθεί. Χωρίς φωτισμόν δεν μπορούμε να ζήσομεν, διότι αυτός μας οδηγεί στην Βασιλείαν των Ουρανών. Για τον λόγον αυτό, παρακαλούμε τους Αγίους, είτε προσκυνούντας τις εικόνες τους, είτε τα λείψανά τους, είτε μελετάμε τον βίον τους.

Ας κάνομεν και ημείς ένα ταξίδι στο παρελθόν και  να βρεθούμε εις την πόλιν Έμεσα της Συρίας, όπου εγεννήθην και ανεδείχθην ένας μεγάλος μελωδός, ένας κορυφαίος Υμνογράφος, από τους γνωστότερους της Ορθοδόξου  Εκκλησίας, ο Ρωμανός ο Μελωδός, τον οποίον εγκωμιάζει το Θεοτοκίον της Λιτής, διότι έγινε «παναρμόνιον όργανον του Παρακλήτου, κινούμενος από την Θείαν Χάριν και λύρα θείων ασμάτων, εξαγγέλουσα την θείαν αρμονίαν στους ανθρώπους».

Οι πληροφορίες, που έχομεν για τον βίον του, είναι λίγες και προέρχονται, μόνον από τα Μηναία.

Ήκμασε, τον 6ον αιώνα, που θεωρείται ο «Χρυσούς αιών της εκκλησιαστικής υμνογραφίας». Ήλθεν από την Συρίαν εις την Κων/πολιν και διέμεινεν μέχρι το τέλος της ζωής του εις την μονήν της Θεοτόκου «εις τα Κύρου». Ήταν ένα παιδί, που αγαπούσε την ψαλτικήν, αλλά κατά την παράδοσιν, δεν ήταν ταλαντούχος ψάλτης, ούτε Αναγνώστης, γι΄ αυτό διαρκώς παρακαλούσε την Παναγίαν να του χαρίσει δώρον καλλιφωνίας. Στην Εκκλησίαν πάντως όλοι τον αγαπούσαν, για την μεγάλην του ταπεινότητα.

Η παράδοσις αναφέρει, ότι μία νύκτα Χριστουγέννων, ο Ρωμανός ανεβαίνει εις το Αναλόγιον για να διαβάσει στίχους από το Κάθισμα της εορτής, το διαβάζει τόσον άσχημα, που τον κατεβάζουν αμέσως κάτω και παίρνει άλλος την θέσιν του. Συντετριμμένος ο Ρωμανός απεσύρθη κλαίγοντας και τον παίρνει ο ύπνος στα σκαλοπάτια του χοροστασίου. Και το παράδοξο γεγονός, ό ψάλλεται εις τους Αίνους: «Ω! του παραδόξου θαύματος! Η Θεοτόκος Αγνή, επιστάσα κατ΄ όναρ σοι, τη του τόμου Άγιε, επιδόσει σε δείκνυσιν, όργανον και θεοκίνητον και υμνηπόλον Πάτερ θεόληπτον, όθεν εξήγγειλας, άσματα ουράνια, γλώσση λαμπρώ, Ρωμανέ μακάριε, Χριστού εις αίνεσιν».

Και βλέπει στο όνειρό του, την Παναγίαν, η οποία του δίδει να φάγει έναν τόμον χαρτιά, και η θεία έμπνευσις εισέρχεται στο σώμα του, αλλοιώνεται, παίρνει την άδειαν του Πατριάρχη, ανεβαίνει εις το αναλόγιον και ο «πρώην παράφωνος γίνεται καλλίφωνος και θαυμάζεται από τους ευλαβείς πιστούς», Όλοι δακρύζουν, απορούν. Ψάλλει το διάσημόν του σε όλους Κοντάκιον «Η Παρθένος σήμερον». Ο κόσμος εξεπλάγη και για την βαθειά θεολογία του ύμνου, αλλά και την μελωδικήν φωνήν του. Στην στ΄ωδήν ο Υμνογράφος τον εγκωμιάζει ψάλλοντας: «Ο βίος σου ταις αρεταίς κοσμούμενος, εξέλαμψες ως ήλιος και τοις των πανσόφων σου ωδών, Πάτερ απαυγάσμασι κατηύγασε, τους εν νυκτί, της αμελείας καθεύδοντας» (Δηλ.) Ο Άγιος ήταν στολισμένος με πλήθος αρετών, έλαμψε σαν τον ήλιον και με τις πάνσοφες  ωδές του εφώτισε, αυτούς, που ευρίσκοντο  σε σκότη πνευματικά.

Και από εκείνην την στιγμήν γίνεται Υμνωδός και Υμνογράφος και η θεολογία του διατυπώνεται ποιητικά. Συντάσσει περίπου χίλιους ύμνους, ή αλλιώς κοντάκια για όλες τις εορτές Δεσποτικές, Θεομητορικές και Αγίων. Τα έργα  του ξεχειλίζουν, από έμπνευσιν, χάριν και γλωσσική μεγαλοπρέπεια. Το ταλέντον του, οι θεολογικές του γνώσεις, τα ερεθίσματα της εποχής, του δίνουν την ευκαιρίαν, να προχωρήσει περισσότερον από εκεί, που είχαν φθάσει οι παλαιότεροι. Έγραψεν και οδήγησεν την γλώσσαν σε στιγμές μοναδικού κάλλους, εκφράζοντας τον Βυζαντινόν πολιτισμόν.

Ο καθηγητής και Βυζαντινολόγος Κρουμπάχερ «λέγει ότι η σπίθα της έμπνευσις, και η ανύψωσις της γλώσσας, υπερέχει όλων των άλλων ποιητών. Η ιστορία της λογοτεχνίας του μέλλοντος, ίσως τον ανακηρύξει, ως τον μεγαλύτερον εκκλησιαστικόν ποιητήν όλων των εποχών».

Έγραψεν επίσης το προοίμιον του Κοντάκιου του Μεγάλου Αποδείπνου, που συμψάλλεται με τον Μεγάλον Κανόνα. «Ψυχή μου, ψυχή μου, ανάστα (σήκω), τι καθεύδεις (κοιμάσαι), το τέλος εγγίζει και μέλλεις θορυβείσθαι, ανάνηψον (καθάρισε την ψυχήν σου) ουν (λοιπόν), ίνα φείσηταί (για να σε σώσει) ο Θεός, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών». Ο Υμνωδός, με την ψαλμωδίαν του και με τον ύμνον του, θέλει να παιδαγωγήσει τον λαόν και να γίνει η Εκκλησία χώρος προσευχής και λατρείας και όχι «χώρος προς τέρψιν των ολίγων», όπως αναφέρει ο Ιερός Χρυσόστομος.

Εκοιμήθη εν ειρήνη, ανεκηρύχθη άγιος από το Πατριαρχείον και η μνήμη Του εορτάζεται την 1ην Οκτωβρίου.

Αγαπητοί μου Αναγνώστες, ας ευχηθούμε και ημείς η Εκκλησία μας να είναι ένας ευλογημένος  χώρος πνευματικής γαλήνης και να ικετεύομεν τον Άγιον ίνα πρεσβεύει υπέρ των ψυχών ημών «διότι εξ Αυτού προς δόξαν αφθαρσίας, περιφανώς ανυψώθημεν».

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΕΙΣ ΟΛΟΥΣ

Μαρία Τσακανίκα

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *