ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΩΣ ΜΕΤΑΔΙΔΟΜΕΝΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

Δρ. Ιωάννης Σ. ΚαταφυγιώτηςΤα τελευταία 20 χρόνια τα νοσήματα που μεταδίδονται με την σεξουαλική επαφή παρουσιάζουν σημαντική αύξηση, γεγονός που οφείλεται στη εύκολη μετακίνηση πληθυσμών, στην εξάπλωση της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, στην χαμηλή κοινωνικοοικονομική κατάσταση μεγάλου ποσοστού του πληθυσμού και στην κακή ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη καθώς και στην αλλαγή της σεξουαλικής συμπεριφοράς αντρών και ειδικά των γυναικών με την απόκτηση σεξουαλικών εμπειριών από μικρή ηλικία με περισσότερους συντρόφους.

Τα νοσήματα αυτά είναι συχνά στις νεαρές ηλικίας. Συνήθως χαρακτηρίζονται από την χρόνια πορεία τους, ενώ μπορεί να μην εμφανίζουν κλινικά συμπτώματα αλλά να έχουν σοβαρές επιπτώσεις κυρίως για τις γυναίκες. Έτσι μπορεί να οδηγήσουν στην πυελική φλεγμονώδη νόσο, και σε αυξημένο κίνδυνο στειρότητας και εξωμήτριας κύησης.

Το συχνότερο παγκοσμίως σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα είναι τα χλαμύδια. Τα πιο γνωστά στο ευρύ κοινό σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα είναι η σύφιλη, ο έρπης των γεννητικών οργάνων, τα κονδυλώματα (γεννητικοί ακροχορδόνες) το AIDS, η γονόρροια (βλεννόρροια), η τριχομονίαση, το μαλακό έλκος των γεννητικών οργάνων και η ηπατίτιδα.

Η σύφιλη οφείλεται σε βακτηρίδιο (ωχρά σπειροχαίτη) και η μόλυνση πραγματοποιείται μέσω του βλεννογόνου ή του δέρματος μετά τη λύση της συνέχειάς του. Η νόσος εμφανίζει διάφορα στάδια πρωτοπαθές, δευτεροπαθές και τριτοπαθές που στο καθένα προεξάχουν χαρακτηριστικά συμπτώματα από το δέρμα ή και από άλλα συστήματα όπως το καρδιαγγειακό και το νευρικό. Στη συγγενή σύφιλη η νόσος μεταδίδεται από την έγκυο στο έμβρυο διαμέσου του πλακούντα. Η διάγνωση της νόσου γίνεται με την ανίχνευση του τρεπονήματος στις βλάβες και ειδικές ορολογικές αντιδράσεις με ανίχνευση ειδικών αντισωμάτων εναντίον του μικροβίου. Η θεραπεία συνίσταται γενικά στην χορήγηση αντιβίωσης πενικιλίνης G.

Ο έρπης των γεννητικών οργάνων οφείλεται στον ιό του έρπητα και έχει λάβει παγκοσμίως μεγάλη αύξηση. Το σημαντικό είναι ότι συνήθως διατρέχουν ασυμπτωματικά ή δεν αναγμωρίζονται, ενώ ο ασθενής συνεχίζει να αποβάλλει τον ιό και να είναι μολυσματικός. Κλινικά εμφανίζει δερματολογικές αλλοιώσεις στον κόλπο και το αιδοίο στις γυναίκες και στη βάλανο και την ακροποσθία (του πέους) στον άνδρα, ενώ μπορεί να εμφανίσει και επιπλοκές που είναι πιο συχνές στις γυναίκες. Η σοβαρότερη είναι η επιμόλυνση του νεογνού κατά τον τοκετό λόγω της παρουσίας του ιού στις γεννητικές εκκρίσεις της μητέρας, με σοβαρές επιπτώσεις για το νεογνό. Η διάγνωση γίνεται με την απομόνωση του ιού και ειδικές εργαστηριακές εξετάσεις ανίχνευσης του DNA του ιού (PCR). Η θεραπεία συνίσταται στην χορήγηση ιοστατικών, αντιφλεγμονωδών και αναλγητικών φαρμάκων. Τα ιοστατικά (ασυκλοβίρη) έχουν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα αν χορηγηθούν εντός 48 ωρών από την εμφάνιση των συμπτωμάτων.

Τα χλαμύδια προσβάλλουν το 10% των σεξουαλικώς ενεργών νέων ετησίως. Μεγάλο ποσοστό ανδρών και γυναικών μπορεί να μην εμφανίζουν κανένα σύμπτωμα για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την προσβολή τους αλλά όμως είναι δυνατό να μεταδώσουν τη νόσο με την σεξουαλική επαφή. Τα χλαμύδια μπορεί να προκαλέσουν δύσοσμες κολπικές εκκρίσεις, πόνο στην ούρηση, αίμα στον κόλπο, ενδομητρίτιδα, τραχηλίτιδα και ουρηθρίτιδα στις γυναίκες, ενώ στους άνδρες πόνο στην ούρηση, ουρηθρίτιδα, επιδιδυμίτιδα και προστατίτιδα. Συνήθως συνυπάρχει και συστηματική συμπτωματολογία όπως πυρετός, ρίγος, πονοκέφαλος ,εμετοί κ.α. Η θεραπεία συνίσταται στην χορήγηση αντιβίωσης (δοξυκυκλίνη ή ερυθρομυκίνη).

Τα κονδυλώματα οφείλονται στον ιό των θηλωμάτων και οι ασθενείς επιμολύνονται όταν έρθουν σε επαφή με τα κονδυλώματα άλλου ατόμου. Κλινικά διαγιγνώσκονται εύκολα λόγω της χαρακτηριστικής εικόνας τους και είναι σημαντικό να γίνει και η κλινική εξέταση της συντρόφου. Η θεραπεία συνίσταται στην εξαίρεση των κονδυλωμάτων είτε με διαθερμία, είτε με Laser. Συμπληρωματική θεραπεία είναι η τοπική εφαρμογή διαλύματος ποδοφυλλίνης. Η υποτροπή είναι αρκετά συχνή (25% περιπτώσεων).

Η βλεννόρροια προσβάλλει τη γεννητική οδό, τη στοματική κοιλότητα και το ορθό. Στις μεν γυναίκες η νόσος εκδηλώνεται με πόνο στην ούρηση, σαλπιγγίτιδα, ενδομητρίτιδα, τραχηλίτιδα, ουρηθρίτιδα και αιματηρές κολπικές εκκρίσεις, ενώ στους άνδρες εκδηλώνεται με πόνο στην ούρηση, έκκριση πυώδους υγρού από την ουρήθρα και επιδιδυμίτιδα. Η διάγνωση γίνεται με εργαστηριακό έλεγχο του εκκρίματος της ουρήθρας. Θεραπευτικά χορηγούμε αντιβίωση (κεφτριαξόνη, σιπροφλοξασίνη) όπου πολλές φορές λαμβάνουμε υπόψη μας ότι συνυπάρχουν και χλαμύδια.

Δρ. Ιωάννης Σ. Καταφυγιώτης MD, PhD, FEBU, FECSM

Χειρουργός Ουρολόγος-Ανδρολόγος

Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών

Fellow of the European Board of Urology

Fellow of the European Committee of Sexual Medicine

Μετεκπαιδευθείς εις Κλινική Carl Gustav Carus, Δρέσδη Γερμανία

Μετεκπαιδευθείς εις Hadassah Medical Center ,Ισραήλ

Απόφοιτος Αμερικανικής Ενδοουρολογικής Εταιρείας

www.ourologoi-peiraia.gr

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *