Στα βράχια της Πειραϊκής

ΜΙιχάλης ΑβούρηςΤην θάλασσα αγάπησα,

σαν δεύτερη Μητέρα,

και στα βραχάκια έπαιζα,

ως παιδάκι όλη μέρα.

 

Κι’ όταν πεινούσα,

έτρωγα απ’ τα φύκια καβουράκια,

όπου μου γαργαλούσανε,

ουρανίσκο και δοντάκια.

 

Η αλμύρα πότισε βαθειά,

κορμί και την ψυχή μου,

και ήταν το πιο υπέροχο,

που βίωνε η ζωή μου.

 

Εκεί ήταν που φίλησα,

την πρώτη μου αγάπη,

και το φιλί μας στέριωσε,

τον Αφανή τον Ναύτη.

 

Στα ηλιοβασιλέματα,

παρέα μία αγκαλίτσα,

σφιχτή που την ζηλεύανε,

τα υπόλοιπα κορίτσια.

 

Και όταν η αγάπη μου ήθελε,

να φάει μεζεδάκι,

βουτούσα και της έβγαζα,

στο χέρι χταποδάκι.

 

Ανεπανάληπτες στιγμές,

αχ! να γυρίζαν πίσω,

όλα όσα ωραία έζησα,

για να τα ξαναζήσω.

 

Τώρα ένα δάκρυ μου κυλά,

στις θύμησες εκείνες,

που ήταν οι πιο υπέροχες,

της ζήσης μου οι μνήμες.-

 

Μιχάλης Αβούρης

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *