Στις συνοικίες του Πειραιά

 

του Στέφανου Μίλεση

ΜΙΛΕΣΗΣΣτην προσπάθεια αναζήτησης καλύτερης ζωής, πολυάριθμοι πληθυσμοί νησιωτικών ή ηπειρωτικών περιοχών της Ελλάδας κατέφταναν στον Πειραιά, δημιουργώντας άλλοτε μεγάλους κι άλλοτε μικρούς συνοικισμούς της περιοχής της καταγωγής τους. Οι επόμενες γενιές αφικνουμένων φυσικό ήταν να προτιμούν την εγκατάστασή τους στις ήδη υπάρχουσες συνοικίες συμπατριωτών τους, αυξάνοντας τους αριθμούς, καθώς ένιωθαν ότι σε αυτές θα έβρισκαν καλύτερη υποδοχή και βοήθεια τουλάχιστον για τον πρώτο καιρό της εγκατάστασής τους. Ακόμα, ανάμεσα στους πληθυσμούς των συμπατριωτών τους υπήρχαν πολλοί συγγενείς και φίλοι.

Φυσικά στον Πειραιά οι περισσότεροι αφικνούμενοι πληθυσμοί ήταν νησιωτικοί. Έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στο παρελθόν στην δημιουργία της Υδραϊκής και της Χιώτικης συνοικίας, τους δύο πρώτους πυλώνες δημιουργίας της πόλης. Οι νησιώτες και οι Γαλαξειδιώτες επέλεξαν τον Πειραιά για την εγκατάστασή τους, καθώς ένιωθαν ότι σε αυτόν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν καλύτερα στον τομέα της ναυτιλίας και του θαλάσσιου εμπορίου, τομείς πάνω στους οποίους ήδη δραστηριοποιούνταν. Ακολούθησαν κι άλλοι έποικοι και δημιούργησαν συνοικίες μέσα στον Πειραιά διαμορφώνοντας μια παράξενη μικρογραφία της Ελλάδας μέσα στην πόλη!

Πάντα ξεκινάμε να αναφέρουμε πρώτους τους Υδραίους και τους Χιώτες, καθώς αυτοί συγκρότησαν τις παλαιότερες (τις πρώτες) συνοικίες. Μια άλλη μεγάλη κατηγορία είναι φυσικά οι προσφυγικοί πληθυσμοί που εγκαταστάθηκαν συνεπεία της Μικρασιατικής καταστροφής ή ανταλλαγής πληθυσμών, όπως για παράδειγμα η εγκατάσταση προσφύγων από την Ανατολική Θράκη στην άδεια από κατοίκους περιοχή πάνω από τον όρμο του Λουβιάρη (Σκαφάκι), που στάθηκε αιτία δημιουργίας μιας νέας συνοικίας, της Νέας Καλλίπολης.

Η εγκατάσταση προσφύγων και η δημιουργία αντίστοιχων προσφυγικών συνοικισμών, αποτελεί ένα μεγάλο κεφάλαιο, που απαιτεί ειδική έρευνα και μελέτη. Για αυτό και θα περιορίσουμε την παρούσα αναφορά μας στην δημιουργία των συνοικιών που δεν έχουν σχέση με τους προσφυγικούς συνοικισμούς της Ιωνίας.

Εκτός λοιπόν από τους πρώτους συνοικισμούς των Υδραίων και των Χίων, συναντούμε Σαντορινιούς στις παρυφές της Υδραϊκής Συνοικίας (Σαντορινέικα), αλλά και Δωδεκανήσιους προς το Χατζηκυριάκειο. Οι δύο αντικριστοί λόφοι στον Πειραιά επιλέχθηκαν από τους Μανιάτες και τους Κρητικούς. Ο λόφος του Βώκου από τους πρώτους, ενώ ο λόφος του Προφήτη Ηλία από τους Κρητικούς. Μήλιοι και Κιμωλιάτες εγκαταστάθηκαν αρχικά δίπλα στους Μανιάτες στην Αγία Σοφία. Πολλοί Καλαβρυτινοί καθώς εργάζονταν στην εταιρεία Λιπασμάτων, έμεναν εντός του ομώνυμου συνοικισμού της Δραπετσώνας, ενώ οι Μυκονιάτες που όταν κατέφτασαν στον Πειραιά ασχολήθηκαν με οικοδομές, εγκαταστάθηκαν στα Καμίνια. Αιγινήτες, Ποριώτες και Σπετσιώτες (πληθυσμοί Αργοσαρωνικού) εγκαταστάθηκαν επίσης στις παρυφές της Υδραϊκής Συνοικίας, νιώθοντας πιο άνετα δίπλα στους γειτονικούς τους Υδραίους και η συνοικία τους αργότερα μαζί με τους Αρκάδες της Κυνουρίας, θα αποτελέσει την ενορία του Αγίου Νείλου.

Όταν λέμε ότι νησιώτες κατέφταναν στον Πειραιά, δε σημαίνει ότι όλοι οι νησιώτες εγκαταστάθηκαν στην πόλη μας, παρά μόνο εκείνοι που τα συμφέροντά τους είχαν ναυτικό προσανατολισμό ή που θα έβρισκαν εγκατεστημένους συγγενείς τους που είχαν αφιχθεί προγενέστερα. Υπήρχαν για παράδειγμα νησιώτες, που δεν ασχολούνταν με τα ναυτικά επαγγέλματα, άρα δεν είχαν και πολλούς λόγους εγκατάστασης κοντά στο λιμάνι. Καλύτερο παράδειγμα δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν οι Αναφιώτες που καθώς ήταν μάστορες της οικοδομής τέχνης, εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα και δημιούργησαν την παλαιότερη συνοικία της τα «Αναφιώτικα».

Ένα ακόμα λόγος εγκατάστασης σε μια νέα πόλη ήταν και η κάλυψη επαγγελματικών δραστηριοτήτων που παρουσίαζαν πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν οι Ηπειρώτες που εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά και δημιούργησαν φούρνους σε κάθε γειτονιά. Το ίδιο συνέβη με τους προερχόμενους από Τρίκαλα και Καρδίτσα που δημιούργησαν μπακάλικα κ.ο.κ. Η δημιουργία παροικιών δεν αποτέλεσε μια διαδικασία που έληξε σε κάποιο μακρινό χρόνο του παρελθόντος. Την δεκαετία του 1930 οι Δωδεκανήσιοι φτάνουν στον Πειραιά κατά κύματα εγκαταλείποντας τα Ιταλοκρατούμενα τότε Δωδεκάνησα. Η δημιουργία συνοικισμού Δωδεκανησίων στον Πειραιά αποτελεί μια ιδιαίτερη ιστορία που λίγο έχει ειπωθεί.

Η άφιξη Δωδεκανησίων στον Πειραιά, όλη την δεκαετία του ’30, λάμβανε το χαρακτήρα πραγματικής Οδύσσειας. Από τα Δωδεκάνησα οι Ιταλοί είχαν απαγορεύσει να εκτελούνται δρομολόγια προς ελληνικά λιμάνια και αν γίνονταν τέτοια, οι καραμπινιέροι βρίσκονταν στους καταπέλτες των πλοίων και έλεγχαν την επιβίβαση. Οι Δωδεκανήσιοι φυσικά πάντα έβρισκαν τρόπο διαφυγής στην Ελλάδα για να αναπνεύσουν τον αέρα της ελευθερίας. Καθώς όμως η άφιξή τους στην Ελλάδα δημιουργούσε φόβο εμπλοκής της χώρας με την Ιταλία, υπήρχε η πολιτική απόφαση οι αφιχθέντες Δωδεκανήσιοι καθώς ήταν Ιταλοί υπήκοοι να χαρακτηρίζονται ως αλλοδαποί που εισέρχονταν στην επικράτεια άνευ αδείας! Αποτέλεσμα αυτής της απόφασης ήταν να προσάγονταν στο Πταισματοδικείο Πειραιώς από το οποίο συνήθως καταδικάζονταν σε δεκαήμερο κράτηση με εξαγορά. Το πρόστιμο πλήρωνε η Δωδεκανησιακή Αδελφότητα στον Πειραιά, η οποία στη συνέχεια μεριμνούσε και για την αποκατάστασή τους στην πόλη. Όμως για να φτάσουν οι Δωδεκανήσιοι να επιβιβαστούν σε πλοίο με προορισμό την Ελλάδα, έπρεπε να πάνε στη Χίο! Αναγκάζονταν να φύγουν από τα νησιά νύχτα, σχηματίζοντας μικρές ομάδες που επιβιβάζονταν σε βάρκες. Αφού πάλευαν με την ανοιχτή θάλασσα, ύστερα από αγωνιώδη προσπάθεια έφταναν στις ακτές της Μικράς Ασίας. Από εκεί πεζοπορούσαν έχοντας προορισμό το λιμάνι της Σμύρνης. Αν στο μεταξύ τους έπιαναν οι Τουρκικές αρχές, δήλωναν Έλληνες και έτσι τους οδηγούσαν πάλι στη Σμύρνη για απέλαση. Από τη Σμύρνη ταξίδευαν με το καραβάκι που εκτελούσε το δρομολόγια προς Χίο. Στη Χίο περίμεναν μέχρι να εκτελεστεί το δρομολόγιο του πλοίου Χίου – Πειραιάς. Η Δωδεκανησιακή Αδελφότητα Πειραιώς σε κάθε άφιξη του πλοίου από τη Χίο, φρόντιζε ώστε μέλη της να παρευρίσκονται στο λιμάνι για να υποδεχθούν τους ταλαιπωρημένους αδελφούς από τα Δωδεκάνησα.

Με αυτό τον τρόπο αυξανόταν ο πληθυσμός της συνοικίας των Δωδεκανησίων στον Πειραιά πέριξ της Πλατείας Καρπάθου. Ο αριθμός των αφίξεων δεκαπλασιάστηκε όταν άρχισε να φημολογείται η στράτευση των Δωδεκανησίων στον ιταλικό στρατό. Στα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα απαγορευόταν η λειτουργία ελληνικών εκκλησιών και σχολείων. Αντί ελληνικής διδασκόταν η ιταλική γλώσσα, η δικαιοσύνη ήταν ανύπαρκτη και οι Έλληνες ρίχνονταν στις φυλακές για ασήμαντες αφορμές. Κάπως έτσι κατέφταναν την εποχή εκείνη οι Δωδεκανήσιοι στον Πειραιά και συγκρότησαν την παροικία τους προς το Χατζηκυριάκειο (σχετική η φωτογραφία της δημοσίευσης με Δωδεκανησίους χαρούμενους καθώς μόλις έχουν φτάσει στον Πειραιά).

Η εγκατάσταση λοιπόν των διαφόρων ελληνικών πληθυσμών στον Πειραιά (προσφυγικών ή μη) έγινε αν όχι κάτω από δραματικές συνθήκες (Μικρασιάτες), οπωσδήποτε κάτω από μεγάλες δυσκολίες, όπως επαναστάσεις (Κρητικοί), κατοχής (Δωδεκανήσιοι) ή κάλυψης μεγάλων κοινωνικών αναγκών. Η εγκατάσταση όλων αυτών των ανθρώπων έγινε με πρόχειρα μέσα για να εξυπηρετήσει μια «προσωρινή» κατάσταση. Δυστυχώς αυτή η «προσωρινή» κατάσταση διήρκεσε πολλά χρόνια και έγινε τελικώς μόνιμη, καθώς μεσολάβησε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και τα γεγονότα του εμφυλίου. Αποτέλεσμα ήταν ότι μέχρι και την δεκαετία του 1960 δέσποζαν οι παράγκες!

Στην περιοχή του τέως Δήμου Πειραιώς (πριν την διαίρεσή του το 1934), οι παράγκες αποτελούσαν το κύριο οπτικό χαρακτηριστικό της εικόνας του. Στην Δραπετσώνα υπήρχαν 2271 παράγκες με κύριο χαρακτηριστικό ότι δίπλα στις προσφυγικές είχαν προστεθεί και 360 παράγκες πολεμοπαθών (βομβοπλήκτων). Γύρω από τον Άγιο Διονύσιο υπήρχαν 88 παράγκες πολλές από τις οποίες έχουν διασωθεί μέχρι και σήμερα. Στην ενορία του Αγίου Φανουρίου υπήρχαν 195 παράγκες. Στη Νέα Καλλίπολη ενώ το 1939 είχαν απομείνει μόνο οκτώ παράγκες προσφύγων, το 1945 λόγω των βομβαρδισμών οι παράγκες είχαν αυξηθεί στις 39! Κατά μήκος της οδού Θηβών δίπλα στις 133 παράγκες προσφύγων προστέθηκαν μετά τον πόλεμο άλλες 157! Στην Παλαιά Κοκκινιά υπήρχαν 273 παράγκες.

Ο Πειραιάς ακόμα και στα μέσα της δεκαετίας του 1960 είχε περίπου 4 χιλιάδες παράγκες, ένας αριθμός που περιγραφόταν τότε στον τύπο της εποχής με τη φράση «το αίσχος της παράγκας». Την ίδια εποχή το δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης σε πολλές παροικίες της πόλης ήταν άγνωστο, ενώ η Καλλίπολη μαστιζόταν από σμήνη κουνουπιών. Η συνοικίες και μικροσυνοικίες στον Πειραιά είναι φυσικά περισσότερες από αυτές που ενδεικτικά αναφέραμε. Ένα ξεφύλισμα καταλόγου στις διευθύνσεις των γραφείων, ενώσεων, σωματείων, συνδέσμων και αδελφότητων που εδρεύουν στον Πειραιά, αντιπροσωπεύοντας τις αντίστοιχες ομάδες καταγωγής είναι πιστεύω η καλύτερη απόδειξη επαλήθευσης, των πολυάριθμων πληθυσμιακών κοινοτήτων που συνέθεσαν και συνθέτουν την εικόνα της πόλης.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *