Τον Πειραιά και τα μάτια μας!

Ο Πειραιώτης, έχει άλλη φινέτσα, είναι άλλης ράτσας άνθρωπος. Ντόμπρος, γελαστός, ανοιχτόκαρδος, ευθύς και γλεντζές. Ένα κράμα όμορφου και σπάνιου ανθρώπινου χαρακτήρα. Να το αποδώσεις στην αρμύρα της θάλασσας που σκεπάζει την πόλη του Πειραιά και αναγκάζει τους κατοίκους να νιώθουν λεύτερα θαλασσοπούλια; Όπως και να το δεις, παιδιά σαν του Πειραιά είναι δυσεύρετα σε άλλα μέρη.

Όταν ήμουν στο στρατό, ένα ήταν το μόνιμο πρόβλημά μου, η Πειραιώτικη καταγωγή. Όταν ρωτούσαν κάποιον για το «Ασημί» του, όπως προφερόταν ο Αριθμός Στρατιωτικού Μητρώου (ΑΣΜ), και απαντούσε 101 (ο κωδικός του Πειραιά), γινόταν το έλα να δεις, πέφταν πάνω του να τον φάνε. Καλοπροαίρετα πάντοτε και σαν δείγμα οικειότητας. Στον Πειραιά όλα δουλεύουν ρολόι. Τα πάντα στη θέση τους και με τάξη. Χωρίς ακραίες υπερβολές, με ζωντανή ελεύθερη σκέψη και έκφραση. Οι Πειραιώτες ξέρουν να βαδίζουν δημιουργικά μπροστά και να ατενίζουν με ελπίδα το μέλλον.

Μέσα σ’ ένα πέπλο πνευματικής εγρήγορσης βρίσκεται ακόμα και ο καστανάς της γωνιάς, ο περιφερόμενος σαλεπιτζής, ο περιπλανώμενος ψιλικατζής κλπ . Οι πάντες, είναι έτοιμοι να προσφέρουν τα προϊόντα τους ή τις υπηρεσίες αγόγγυστα. Ο ρόλος του καθενός είναι συγκεκριμένος και πάνω στην καλή θέληση των κατοίκων στηρίζεται η δομή και η διαφορετικότητα της πόλης. Τέτοια δείγματα ανθρώπων μόνο στον Πειραιά μπορούν ακόμα να βρεθούν και να φιλοξενηθούν. Πουθενά αλλού δεν συναντάς, τόση ομορφιά μαζεμένη, τόσα πολλά φαινόμενα αγάπης και αλληλεγγύης μαζί. Μια όμορφη και καλοδιατηρημένη γειτονιά, μια παρέα θαλασσοδαρμένων ανθρώπων που αγγίζει το τέλειο. Μια πόλη που αντιστέκεται στην εισαγόμενη ισοπέδωση.

Όπως και νάχει, χαίρεσαι να ζεις και να περπατάς στον Πειραιά. Να λες «Καλημέρα» και να παίρνεις απάντηση. Να συναναστρέφεσαι ισότιμα όλους τους άλλους ανθρώπους, είτε είναι, αλλοδαποί ναυτικοί, πωλητές καταστημάτων, επιχειρηματίες, διανοούμενοι, επιστήμονες κλπ. Το να αισθάνεσαι, τόσο οικεία, σα να βρίσκεσαι μεταξύ φίλων, μόνο εδώ μπορείς να το νιώσεις. Στον Πειραιά όλα έχουν μια ακριβή και δυσεύρετη αξία.

Ότι και να πεις για τον Πειραιά είναι λίγο. Βέβαια σε πληγώνει, που και που, η αδιαφορία της πολιτείας. Όμως έχει τόσες χάρες που, όσες και αν καταστραφούν, κάτι θα βρεις να θαυμάσεις, κάπου θα βρεις να γαληνέψεις τη φουρτούνα σου, και να ξεκουράσεις το κορμί σου. Δεν ξέρεις τι να θυμηθείς, τι να πρωτοαναφέρεις. Αν κάτσεις να ανασάνεις στον Τινάνειο κήπο, κάτω από τα πλατάνια, δίπλα στο άγαλμα του Θεμιστοκλή, στο πλάι της Αγίας Τριάδας και του Αγίου Σπυρίδωνα, θα δακρύσεις από την τόση ομορφιά. Μπροστά σου απλώνεται μια μαγεία. Όταν μάλιστα δύει ο ήλιος και γίνονται όλα κόκκινα, τότε πραγματικά τα χάνεις. «Τι όμορφος που είσαι Πειραιά!», μας θυμίζει και κάποιο ποιηματάκι της Πόπης Πασπαλιάρη, που μας μιλά για την πόλη αυτή, της αιώνιας νιότης, και μας εξιστορεί τις αψεγάδιαστες μαρτυρίες ενός κόσμου που ήλθε να ζήσει σ’ αυτό το μικρό κομμάτι της Αττικής, γιατί αισθάνθηκε την διαφορετικότητά του.

Αν κάποιοι, βλέπανε λίγο μακρύτερα θα προσέχανε περισσότερο τον Πειραιά, θα τον είχαν κάνει πραγματικό όνειρο. Όμως και έτσι είναι ωραίος, τίποτα δεν μπορεί να σκιάσει τη θάλασσά του, τον ήλιο του, τα βράχια της Πειραϊκής ή την Καστέλα του. Πάντα θα του γράφουν τραγούδια και αυτός θα στέκεσαι να καμαρώνει τα παιδιά του. «Και ένα και δύο και τρία και τέσσερα παιδιά», θα σιγοψιθυρίζει ευτυχισμένος. Οι Πειραιώτες δεν γερνούν ποτέ, μένουν πάντα παιδιά, γιατί έτσι το αισθάνονται.

 

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *