Του λιμανιού οι πόρτες

Αντώνης ΜικέληςΟι πόρτες πάντα ανοιχτές των λιμανιών τα βράδια

αν τις διαβείς για να χαρείς τη γυναικεία σάρκα,

χωρίς πυξίδα βρίσκεσαι σε άγνωστα σκοτάδια,

και είσαι μεσοπέλαγα, χωρίς τιμόνι βάρκα.

 

Σαν κάποια ευχαρίστηση στην πόρτ’ αυτή θα νιώσεις,

χέρια πολλά να σε τραβούν, επάνω σου απλώνουν,

την καταχνιά τη στεριανή εδώ θα ανταμώσεις,

ποιά θα σε πάρει δίπλα της, για ’σένα να μαλώνουν.

 

Πολύχρωμα ματόκλαδα, στη νύστα βουτηγμένα,

να πέφτουν δίπλα σου, σιμά, με χάδια που ναρκώνουν,

με κράμα σπίρτου και καπνού, με μούτρα γερασμένα,

πωλούν τα είδη της ντροπής που την ψυχή λερώνουν.

 

Στα καταγώγια της χαράς, στη γειτονιά την πέρα,

φουρτούνες, πόθοι, προσπαθούν την ηδονή να πνίξουν,

πωλώντας ξόρκια λησμονιάς και βρώμικο αέρα,

μέσα στης σάρκας τα φιλιά την ξεχασιά να ρίξουν.

 

Σε τρικυμίες στεριανές θα πέσει το κορμί σου,

ο μπούσουλάς σου ξέφυγε απ’ τη σωστή του ρότα,

ζητάς μες στο ποτήρι σου να πνίξεις την ορμή σου,

της λύτρωσης χαμόγελο, της αναγάλλιας νότα.

 

 

Αντώνιος Μικέλης

Απονομή Β΄ Βραβείου

από INTERNATIONAL ART

SOCIETY & ACADEMY

στον Διαγωνισμό ποίησης 2017.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *