Το εργοστάσιο Καπνοβιομηχανίας των Αδελφών Παπαστράτου στον Πειραιά

ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣτου Στέφανου Μίλεση

Η ιστορία της οικογένειας ξεκινά από τα Καραπανέικα του Αγρινίου, μια ήσυχη συνοικία όπου ζούσε η οικογένεια του Αναστασίου Παπαστράτου με τα τέσσερα αγόρια της και το ένα της κορίτσι. Τα τέσσερα αδέλφια Παπαστράτου κατά σειρά ηλικίας ήταν ο Επαμεινώνδας, ο Γιάννης, ο Σωτήρης και ο Βαγγέλης. Ο πατέρας της οικογένειας ο Αναστάσιος έφυγε νέος και όλα τα βάρη έπεσαν στη μάνα, στην ηρωική όπως την αποκαλούσαν οι Αγρινιώτες, Χαρίκλεια που έβαλε σκοπό της ζωής της να σπουδάσει τα παιδιά της καθώς μόνο έτσι είδε ότι θα μπορούσαν να ξεφύγουν από τη φτώχεια και τις ατέλειωτες δυσκολίες που η ίδια είχε αντιμετωπίσει. Και πραγματικά πουλώντας κρασί που η μάννα έφτιαχνε από ένα μεγάλο πατρογονικό αμπέλι που είχε εκεί στο Αγρίνιο κατάφερε να  σπουδάσει τα παιδιά της. Ο μεγαλύτερος ο Επαμεινώνδας τελειώνοντας το Δημοτικό Σχολείο στο Αγρίνιο εισήλθε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές του σε Λωζάννη και Λειψία. Ο Γιάννης επίσης απόφοιτος Πανεπιστημίου έγινε δικηγόρος. Ο τρίτος της οικογένειας έγινε Αξιωματικός του στρατού. Μόνο ο μικρότερος όλων ο Βαγγέλης έδειξε διάθεση να μη θέλει να σπουδάσει, παρά μόνο να εργαστεί. Αγωνιούσε να βγάλει γρήγορα δικά του χρήματα και σε μικρή ακόμα ηλικία, πριν καν ολοκληρώσει τις εγκύκλιες σπουδές του και παράλληλα με αυτές, μπήκε να εργαστεί στη μεγαλύτερη καπνοβιομηχανία της περιοχής που ήταν η επιχείρηση με την επωνυμία «Ρόζη και Βαρνάβα». Ο Βαγγέλης Παπαστράτος όμως είχε άλλα σχέδια και δεν συμβιβαζόταν με το μισθό ενός υπαλλήλου. Σκέφτηκε αρχικά να φύγει από την Ελλάδα να βρει την τύχη του στην Αμερική. Και ενώ οργάνωνε την αναχώρησή του ένας επιχειρηματίας της εποχής ο Σωτήριος Αυγερινός διέθετε το ποσό των 300 χιλιάδων δραχμών αναζητώντας επένδυση του κεφαλαίου του, που ήταν πραγματικά μεγάλο για τα δεδομένα της εποχής. Η πληροφορία αυτή έφτασε στον Βαγγέλη που επιθυμούσε να έρθει σε επαφή με τον Σωτήριο Αυγερινό για να του προτείνει συνεργασία για την δημιουργία μιας επιχείρησης εμπορίας καπνών. Όμως ήταν απλώς ένας άσημος υπάλληλος! Πώς θα κατάφερνε να προσεγγίσει τον ήδη φτασμένο επιχειρηματία Σωτήριο Αυγερινό; Επιστράτευσε τον αδελφό του Γιάννη που ήταν ήδη δικηγόρος και είχε δημιουργήσει ένα όνομα στο Αγρίνιο. Με τη μεσολάβηση λοιπόν του Γιάννη, ο Βαγγέλης Παπαστράτος πέτυχε να έρθει σε συζήτηση με τον Αυγερινό. Το 1906 οι συζητήσεις των δύο ανδρών τους οδήγησαν στην δημιουργία της επιχείρησης εμπορίας καπνού «Αυγερινού – Παπαστράτου». Ο Αυγερινός έβαλε τα χρήματα και ο Βαγγέλης Παπαστράτος την εμπειρία που είχε αποκτήσει από την εργασία στου «Ρόζη και Βαρνάβα» αλλά και την διορατικότητα που τον χαρακτήριζε ως άτομο. Είδε τα λάθη της προμήθειας του Αγρινιώτικου καπνού, την εκμετάλλευση των καπνοπαραγωγών, τη μεσολάβηση κάποιων επιτήδειων του χώρου, τα βαριά επιτόκια δανεισμού και το λανθασμένο κύκλωμα διακίνησής του. Κατάφερε έχοντας την απαιτούμενη γνώση για όλα αυτά να τα αποφύγει και με κατάλληλες επιχειρηματικές κινήσεις πέτυχε συνεργασία με τον Οίκο Κωνσταντίνου που εδραζόταν στην Γερμανία, συνεργασία που έδωσε την πρώτη μεγάλη ώθηση στην επιχείρηση «Αυγερινού – Παπαστράτου». Η δυναμική που απέκτησε σύντομα η επιχείρηση έφερε εντός αυτής και τα υπόλοιπα αδέλφια. Τον Σωτήρη το 1908, τον Γιάννη το 1912, και τον Επαμεινώνδα το 1915. Στο μεταξύ πέθανε ο Σωτήριος Αυγερινός και έτσι η επιχείρηση μετατράπηκε σε αποκλειστικά οικογενειακή υπόθεση.

Ο καπνός, όπως η σταφίδα και τα σύκα αποτελούσαν τότε βασικά εξαγωγικά προϊόντα της Ελλάδας. Ειδικά ο ελληνικός καπνός ήταν ανάρπαστος στο εξωτερικό και είχε καταγράψει την δική του ιστορία όταν ήδη από το 1873 λειτουργούσε στην Γερμανία ο καπνεμπορικός οίκος του Κυπριανού Ενφιεντζόγλου και αμέσως μετά ο οίκος των αδελφών Σαραϊδάρη. Οι Έλληνες καπνέμποροι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή στο εξωτερικό. Στην Αίγυπτο κάνουν χρυσές δουλειές οι οίκοι του Λιβανού, του Χέλμη. Στις ΗΠΑ ο Νικόλαος Κουντούρης εισήγαγε ελληνικό καπνό που γρήγορα έγινε ανάρπαστος. Τα ελληνικά καπνά είχαν αποκτήσει υποστηρικτές μέχρι πάνω στις χώρες του Βορρά, στις μακρινές Φιλανδία και Σουηδία. Ακολούθησε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος με τα χιλιάδες προβλήματα που επέφερε στη λειτουργία της επιχείρησης Παπαστράτου αλλά και τις ευκαιρίες που δημιούργησε. Οι τρεις από τους τέσσερις αδελφούς Παπαστράτου έμειναν αποκλεισμένοι στην Ολλανδία ακριβώς στην έκρηξη του πολέμου. Η Ολλανδία θεωρείτο προνομιακός εμπορικός και ναυτικός σταθμός. Την περίοδο του πολέμου έχει μεταβληθεί σε ένα μοναδικό διαμετακομιστικό κέντρο εμπορίου της Ευρώπης καθώς όλες οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες σπαράσσονταν μεταξύ τους. Οι τρεις αδελφοί δεν άφησαν ανεκμετάλλευτο το χρόνο της αναγκαστικής διαμονής τους. Έκλεισαν χρυσές συμφωνίες και εισέπραξαν απίστευτα κέρδη, κάνοντας γνωστά τα καπνά τους στους ξένους εμπορικούς οίκους. Ο Οίκος Παπαστράτου είχε μπει πια για τα καλά στο παιχνίδι του διεθνούς εμπορίου. Όμως οι εποχές αλλάζουν, οι ελληνικές κυβερνήσεις με λανθασμένους χειρισμούς, έριξαν την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών καπνών. Γραφειοκρατία, φόροι και άλλοι δασμοί βαραίνουν τα καπνά. Οι αδελφοί βλέπουν ότι δεν μπορούν να παραμείνουν μόνο στο χώρο της εμπορίας καπνού, ένας χώρος που καθίσταται προβληματικός. Αποφασίζουν να περάσουν στην καπνοβιομηχανία. Εντός αυτής της κατεύθυνσης αποφασίζουν να δημιουργήσουν ένα εργοστάσιο στο μεγαλύτερο λιμάνι της Ελλάδας και ένα από τα μεγαλύτερα της Μεσογείου. Στον Πειραιά! Στις 29 Μαΐου 1931 τελούνται τα εγκαίνια της Καπνοβιομηχανίας Παπαστράτου στον Πειραιά, παρουσία του Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και όλων των πολιτικών και στρατιωτικών αρχών της χώρας. Τα εγκαίνια λαμβάνουν διαστάσεις πανελλήνιου γεγονότος ύψιστης σημασίας για την εθνικής μας οικονομία. Το συγκρότημα των Παπαστράτου στον Πειραιά δεν έχει όμοιό του όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε ολόκληρη την Ανατολή. Τετρακόσιες χιλιάδες λίρες Αγγλίας ξοδεύονται για την οικοδόμησή του ώστε να συμπεριλαμβάνει όλες τις ανέσεις για τους εργαζόμενους ενώ διαθέτει όρους ασφαλείας και εργασιακό περιβάλλον ανώτερο των ευρωπαϊκών εργοστασίων. Την ημέρα των εγκαινίων οι προσκεκλημένοι επίσημοι μόλις είδαν εξωτερικά το κτήριο του εργοστασίου είπαν ότι θυμίζει περισσότερο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο ή μοντέρνο ξενοδοχείο και λιγότερο εργοστάσιο. Καθαριότητα, τάξη, ευρυθμία, τελειότητα μηχανημάτων, άρτια βιομηχανική εγκατάσταση. Στον πρώτο όροφο γινόταν η ανάμιξη του καπνού, όπου γυναίκες με άσπρη ποδιά έκαναν αυτή τη δουλειά, θυμίζοντας περισσότερο νοσοκόμες παρά εργάτριες. Στον δεύτερο όροφο υπήρχαν οι κοπτικές μηχανές ενώ συγχρόνως γινόταν και το στέγνωμα του καπνού. Στον τρίτο όροφο βρίσκονταν τα υπερσύγχρονα μηχανήματα σιγαροποιήσεως που σε απόδοση έφταναν τα 1.500 τσιγάρα το λεπτό! Το εργοστάσιο Παπαστράτου μπορούσε να παράγει 180 χιλιάδες τσιγάρα την ώρα ή περίπου ενάμιση εκατομμύριο τσιγάρα το οκτάωρο. Το εργοστάσιο όμως δεν παρήγαγε μόνο τα τσιγάρα αλλά και τα πακέτα για αυτό και διέθετε και λιθογραφικές και τυπογραφικές μηχανές. Εξήντα χιλιάδες λίρες Αγγλίας κόστιζε η επένδυση μόνο των τυπογραφικών μηχανημάτων για τα πακέτα και τις λιθογραφίες τους. Η πρόσληψη και η απασχόληση στο εργοστάσιο των αδελφών Παπαστράτου στον Πειραιά δεν θεωρείται για τους Πειραιώτες απλώς μια εργασία επιβίωσης αλλά μια ευκαιρία ζωής. Για τους αδελφούς Παπαστράτου ο εργάτης ήταν συνεργάτης! Για αυτό και φρόντιζαν να του εξασφαλίσουν όλες τις ανέσεις ώστε να καθίσταται παραγωγικός και ευχαριστημένος από την εργασία του. Το εργοστάσιο φρόντιζε για τους εργάτες που στον αριθμό ξεπερνούσαν τους τριακόσιους, την εκπαίδευσή τους δημιουργώντας νυχτερινές σχολές για τους αναλφάβητους. Δημιούργησαν στην ταράτσα του εργοστασίου ειδικό χώρο για τη σωματική άσκηση των εργατριών προσλαμβάνοντας γυμναστές για την καθοδήγησή τους. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα στα διαλλείματα οι εργάτριες ανέβαιναν στην ταράτσα για σωματική άσκηση! Αλησμόνητη μέχρι σήμερα παραμένει στη συλλογική μνήμη των Πειραιωτών η ανάληψη τέλεσης εκ μέρους των αδελφών, ομαδικών γάμων των εργατριών που συνοδεύεται από τη λεγόμενη προικοδότηση ή αλλιώς το δώρο γάμου. Το 1938 τα αδέλφια γύρισαν στο Αγρίνιο και πήραν τη μάνα τους από το χέρι και την έφεραν σε έναν τέτοιο ομαδικό γάμο στον Πειραιά. Και η ηρωική μάνα βλέποντας ότι οι κόποι της δεν είχαν πάει χαμένοι, έσυρε πρώτη το χορό του γάμου στον προαύλιο χώρο του εργοστασίου. Κατά την διάρκεια του γεύματος στην ειδική αίθουσα σε κεντρικό της σημείο είχε εγκατασταθεί ραδιόφωνο –πρωτόγνωρο για την εποχή εκείνη- που ψυχαγωγούσε τις εργάτριες. Μια Κυριακή ανά τρίμηνο διοργανωνόταν ομαδική εκδρομή εργατών και εργατριών σε διάφορες εξοχές όπου διοίκηση και εργάτες από κοινού διασκέδαζαν. Όμως δεν ήταν μόνο οι τέλειες συνθήκες εργασίας που έκαναν αγαπητό το όνομα των Αδελφών Παπαστράτου στον Πειραιά. Ήταν και το πλήθος των ευεργεσιών που προσέφεραν τόσο στην τοπική κοινωνία του Πειραιά όσο και στη γενέτειρα πατρίδα τους το Αγρίνιο. Στέγη προστασίας ανηλίκων, δωρεές στα κοινωφελή ιδρύματα της πόλης, προικοδοτήσεις, οικονομική βοήθεια σε σωματεία και ενώσεις κ.α. Τα τσιγάρα Παπαστράτου βρήκαν ιδιαίτερη ανταπόκριση στους κύκλους των Ελλήνων ναυτικών που τα προτιμούσαν και που μόνο στον Πειραιά της δεκαετίας του 1930 αντιπροσώπευαν συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων της πόλης! Ίσως αυτή να ήταν και η ανταπόδοση των Πειραιωτών προς τους Αδελφούς Παπαστράτου.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *