Χρονογράφημα. Άντε και πήρες αυτοκίνητο! Μετά;

Γράφει ο Χρήστος Γκερέκος.

γκερέκος αν δεν έχουμε άλληΕκείνο το γεμάτο παράπονο “όνειρο ήταν και πάει” που μου ψιθύρισε η γυναίκα μου όταν της είπα πριν λίγες ημέρες ότι ματαιώνεται η αγορά του αυτοκινήτου που λογαριάζαμε ν’ αγοράσουμε, μου άφησε ενοχές. Το σκέφτηκα το ξανασκέφτηκα και τελικά πήρα την μεγάλη απόφαση. Να το πάρουμε

Μια ζωή την έχουμε ας την χαρούμε. Το είπα στην καλή μου και φωτίστηκε το πρόσωπό της. Εισέπραξα ένα πεταχτό φιλάκι, ντύθηκε σε χρόνο ρεκόρ και λίγη ώρα μετά βρεθήκαμε σε γειτονική έκθεση αυτοκινήτων όπου χωρίς πολλά λόγια και παζάρια το πήραμε. Δεν πήραμε κάποια δεκάμετρη λιμουζίνα βέβαια, αλλά ένα βολικό του-του για τα μέτρα μας.

Γυρίσαμε σπίτι κορνάροντας, κατέβηκαν οι συγκάτοικοι της πολυκατοικίας όλο συχαρίκια και τελικά το όνειρό μας, η »ρόδα», πήρε σάρκα και οστά.

Έτσι που απλώθηκαν η πρωτεύουσά, ο Πειραιάς και οι άλλες μεγάλες πόλεις μας οι μετακινήσεις χωρίς δικό σου ‘’μέσον’’ είναι Οδύσσεια. Πιό γρήγορα πηγαίνεις Αθήνα-Κόρινθο παρά Νέα Σμύρνη-Γαλάτσι, αν δεν σου πέσει και “το λαχείο” να περάσεις από δρόμους μπλοκαρισμένους από πορείες ή από κουκουλοφόρους που ασχολούνται με το ευγενές άθλημα της εκτόξευσης μολότοφ.

Πληρώνεις ένα κάρο λεφτά  για την αξία του, δίνεις και στον “συνεταίρο σου” το κράτος, κάτι ψιλά για φόρους, πινακίδες κ.λ.π. βάλε και την ασφάλειά του για να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο για κάθε ενδεχόμενο και όλος χαρούλες αποφασίζεις να το εγκαινιάσεις πηγαίνοντας σε κάποιους δικούς σου, όπως έκανα κι εγώ.

Πάμε ρε παιδιά να δούμε εκείνη τη θειά μας την Ευλαμπία στη Νέα Ιωνία; Αδελφή του πατέρα μας είναι και καλός άνθρωπος. Μας τάισε, μας ντάντεψε, μας κοίμησε όταν ήλθαμε φοιτητάκια στη Αθήνα. Φτιάχνει και ωραίες πίτες…

Ναί. ναί συμφώνησαν όλοι. Βάλαμε τα καλά μας, πήραμε τα »τσικολατάκια» που της αρέσουν και μια ανθοδέσμη και ξεκινήσαμε. Φρεσκοξυρισμένοι φύγαμε από το σπίτι, με μούσι φτάσαμε στη Νέα Ιωνία λόγω της μεγάλης κίνησης, μα έστω και έτσι τέλος πάντων κάποτε φτάσαμε. Τώρα όμως τι γίνεται; Πού το παρκάρουμε;

Δρόμοι, πεζοδρόμια ακόμη και οι ενδιάμεσες νησίδες μεγάλων δρόμων, όλα πιασμένα από αυτοκίνητα.

Ανεβείτε, λέω στους άλλους κι εγώ πάω να παρκάρω όπου βρω κι έρχομαι. Και ανεβαίνουν οι άλλοι. Χαρές, μάτς μούτς με τη θεία, »Καλέ τι γίνατε; Χαθήκατε. Έτσι κάνει ο κόσμος;» Κουβεντολόι, καφεδάκια και ο Χρήστος, δηλαδή η αφεντιά μου, κόβει βόλτες στην ευρύτερη εκλογική περιφέρεια της Αττικής ψάχνοντας να παρκάρει.

Κάποια στιγμή αρπάζει από μακρυά το μάτι μου μια ταμπέλα που γράφει ‘’Parking’’. Δόξα τω Θεώ λέω μέσα μου και τραβάω γρήγορα προς τα εκεί. Σταματάω μπροστά στην είσοδό του και να ένας δίμετρος αγριάνθρωπος με κάργα μούσια και μουστάκια να μου κάνει με τη χερούκλα του STOP και να κραυγάζει. »Έεεε! Για πού το βαλες κύριος; Δε βλέπεις ότι είμαστε φίσκα;»

Έλεος ρε φίλε του λέω. Για μιά ωρίτσα μόνο τον ικετεύω. Ασυγκίνητος ο μαντράχαλος με τη μουστάκα. “Άσε τα πολλά λόγια και δίνε του. Κοίτα ρε κάτι αθρώποι…» μου λέει και μου γυρνάει την πλάτη.

Ξανά στην περιπλάνηση εγώ όταν κάποιος από την παρέα θυμάται την ύπαρξή μου. »Ρε παιδιά ο Χρήστος; Τι έγινε ο Χρήστος; Μισή ώρα και βάλε πέρασε, κάτι θα έπαθε ο άνθρωπος» και αρχίζουν να τηλεφωνούν στο ΚΑΤ, στα εφημερεύοντα νοσοκομεία,, στην Αστυνομία, στις αναζητήσεις του  Ερυθρού Σταυρού, τίποτα.

Έκανα την απρονοησία βλέπετε να μην πάρω μαζί μου και το ‘’κινητό’’. Μη έχοντας νέα μου αρχίζουν ν’ ανησυχούν και να ψάχνουν όλοι για το Χρήστο, δηλαδή εμένα που κι αυτός ψάχνει να βρει θέση να παρκάρει. Κάποια στιγμή, στη 10η βόλτα, περνάω έξω από το σπίτι της θειάς και κορνάρω. Τρέχουν όλοι κάτω και πέφτουν επάνω μου. Χαρές, φιλιά, δάκρυα λές και γύρναγα από την Αυστραλία με το ‘’ΠΑΤΡΙΣ’’ κι έχουν να με δούν χρόνια.

Συγκινημένη η θειά μου κουνάει το μαντήλι από το μπαλκόνι. Την χαιρετάω κι εγώ βγάζοντας το χέρι μου από το κατεβασμένο τζάμι της πόρτας μου, μια ματιά στον καθρέφτη να βεβαιωθώ ότι μπήκαν όλοι μέσα και »γειά σου θειά, θα σε πάρω τηλέφωνο να τα πούμε ή θα έλθω καμιά μέρα με τα πόδια ή με ταξί για να σε δω κι εγώ από κοντά” της φωνάζω και ξεκινάω. Φτάνουμε στο σπίτι νυχτιάτικα και να μία από τα ίδια. Πού θα το παρκάρω; Κάνω μερικές βόλτες στα γύρω τετράγωνα τζίφος. Μη έχοντας άλλη λύση το ανεβάζω στο απέναντι μας πεζοδρόμιο και στήνω καραούλι. Κατά τις τρείς τα ξημερώματα αδειάζει μιά θέση απέναντι. Κατεβαίνω με τις πιτζάμες. Το παίρνω, το παρκάρω στα γρήγορα στη θέση που άδειασε, του φοράω και την κουκούλα και από εδώ και πέρα ΤΑΞΙ, λεωφορείο, ή ξηρά τροφή, παγούρι με νερό και ποδαράτο.

Όχι που θα χάσω τη θέση του παρκαρίσματος. Δεν είμαστε με τα καλά μας! Χαζός είμαι; Χαζός ήμουν όταν αγόραζα αυτοκίνητο όχι τώρα. Τώρα ξύπνησα.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *