EΠΙ ΣΚΗΝΗΣ…«

                   Γράφει η Θεατρολόγος, Κριτικός Θεάτρου

                           ΚΑΛΛΙΟΠΗ Γ. ΡΑΠΑΝΑΚΗ

 

Χριστουγεννιάτικη ιστορία» Αυταπάρνηση η αυτοάρνηση;

ΡΑΠΑΝΑΚΗO Tσάρλς Ντίκενς στο μυθιστόρημά του «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» (1843) έχει δημιουργήσει τον Εμπενέζερ Σκρουτζ ως παγκόσμια φιγούρα του δύστροπου τσιγκούνη, ενός μοναχικού ανθρώπου ο οποίος έχει ως μοναδική μέριμνα και ευχαρίστηση να μαζεύει και να αποθηκεύει χρήματα χωρίς σκοπό αγαθοεργίας και φιλανθρωπίας. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν το γεγονός ότι διαχρονικά μέχρι και σήμερα, «σκρουτζ» ονομάζεται ο κάθε είδους τσιγκούνης. Μάλιστα, στην εποχή μας πολλοί αυθεντικοί τσιγκούνηδες θεωρούν τους εαυτούς τους «λάρτζ» δηλαδή απλόχερους και γενναιόδωρους επειδή ξοδεύουν πολλά χρήματα για τον εαυτό τους και μόνον.

Πέρα από τις παραλλαγές που έχει στην πορεία της η «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του Ντίκενς είτε στον κινηματογράφο είτε στο θέατρο, ο βασικός πυρήνας του έργου είναι η θεμελιώδης αλλαγή του Σκρουτζ από απόλυτο τσιγκούνη σε μέγα φιλάνθρωπο. Πως πραγματοποιείται αυτή η αλλαγή; O Nτίκενς έχει εφεύρει τέσσερα φαντάσματα τα οποία παρουσιάζονται στον Σκρουτζ και καταφέρνουν να τον κάνουν να υιοθετήσει μία διαφορετική αντίληψη για τον ρόλο του κάθε ανθρώπου σε αυτήν την ζωή μέσα στα πλαίσια της φιλανθρωπίας και της φιλευσπλαχνίας δύο αξίες που προϊστανται στην χριστιανική ηθική.

Αρχικά, τον επισκέπτεται το φάντασμα του Μάρλευ, του πρώην συναδέλφου του, μετά το φάντασμα των παρελθόντων Χριστουγέννων, κατόπιν το φάντασμα των παρόντων Χριστουγέννων και τελευταίο το φάντασμα των μελλοντικών Χριστουγέννων. Μέσα από αυτό το καλά επινοημένο μεταφυσικό στοιχείο, ο αναγνώστης ή ο θεατής έχουν την ευκαιρία να διαγράψουν μία παράλληλη πορεία με την παιδική ηλικία του Εμπενέζερ, να τον ακολουθήσουν στον νεανικό του έρωτα, να διαπιστώσουν την έκταση της φιλαργυρίας του καθώς και να απολαύσουν την πλήρη μεταστροφή του σε ευτυχισμένο άνθρωπο και υπέρτατο αγαθοεργό και φιλάνθρωπο σύμφωνα με το παγκόσμιο μήνυμα των Χριστουγέννων.

Πολλά χρόνια αργότερα, το 1939, τις παραμονές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ κάνει το πρώτο σχεδίασμα για τον «Καλό άνθρωπο του Σετσουάν», ένα θεατρικό έργο – «παραβολή» – όπως το ονομάζει ο ίδιος ο Μπρεχτ το οποίο εκδόθηκε πρώτη φορά το 1948. Οι θεοί – ανάστατοι από την διαπίστωσή τους ότι δεν υπάρχει καλός άνθρωπος στη γη – εναποθέτουν την ελπίδα τους σε μία εταίρα, την Σεν Τε, δίνοντάς της χρήματα να αγοράσει ένα καπνοπωλείο στην περιοχή της και να φερθεί σαν καλός άνθρωπος. Κόσμος συρρέει στο καπνοπωλείο ζητώντας βοήθεια από την Σεν Τε. Παράλληλα, εκείνη ερωτεύεται τον Γιάνγκ Σουν. Σύντομα, συλλαμβάνει παιδί και φτάνει σε αδιέξοδο. Ανάμεσα σε χιλιάδες φτωχούς αλλά και πλούσιους που την πιέζουν καταλαβαίνει ότι η προσφορά της σε όσους έχουν ανάγκη την αφήνει εκτεθειμένη αφού δίνοντας ότι έχει και δεν έχει στους άλλους δεν θα μπορέσει να ζήσει εκείνη και το παιδί που έχει στα σπλάχνα της. Αυτού του είδους η συνειδητοποίηση την κάνει να εφεύρει έναν εξάδελφο, τον Σούι Τα ο οποίος είναι σκληρός με όλους και γνωρίζει τους αδυσώπητους νόμους του εμπορίου. Η Σεν Τε και ο Σούι Τα είναι το ίδιο πρόσωπο. Αυτό το στοιχείο της διάσπασης της Σεν Τε σε ένα άλλο πρόσωπο, την βοηθά να πορευτεί σε έναν κόσμο στον οποίο όταν απλώσεις το ένα χέρι οι άλλοι στο δαγκώνουν. Άρα σύμφωνα με όσα απορρέουν από το συγκεκριμένο έργο, σε μία κοινωνία η οποία αφαιρεί από τον άνθρωπο  την ελευθερία να ζήσει όπως εκείνος θέλει, η διάσπαση του εαυτού – η αυτοάρνηση – ακυρώνει την αυταπάρνηση δηλαδή την «άρνηση του ατομικού συμφέροντος, μέχρις αυτοθυσίας, με σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινωνικού». Μετά την 10η σκηνή του έργου, ο Μπρεχτ βάζει έναν επίλογο στον «Καλό άνθρωπο του Σετσουάν» και ρωτάει το κοινό: «[…] Ποια είναι η απάντησή σας; Τίποτε δεν έχει διευθετηθεί. Πρέπει οι άνθρωποι να είναι καλύτεροι; Πρέπει ο κόσμος να αλλάξει;».

Η «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του Τσαρλς Ντίκενς η οποία παρουσιάζεται στο Εθνικό Θέατρο είναι ένα επιτυχημένο μιούζικαλ το οποίο βασίζεται στην νέα διασκευή του Τζακ Θορν για τον θέατρο «Ολντ Βικ» του Λονδίνου. Στο Εθνικό Θέατρο, η μετάφραση της αρχικής διασκευής είναι του Γιώργου Δεπάστα, η διασκευή – σκηνοθεσία του Γιάννη Μόσχου και η πρωτότυπη μουσική καθώς και η διεύθυνση της ορχήστρας του Θοδωρή Οικονόμου. Οι στίχοι των τραγουδιών του Σταύρου Σταύρου, τα σκηνικά – κοστούμια της Τίνας Τζόκα, η κίνηση – χορογραφία της Ζωής Χατζηαντωνίου αλλά και οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου χαρτογραφούν μία αξιόλογη παράσταση όπου ο Αλέξανδρος Μυλωνάς θριαμβεύει στον ρόλο του Σκρουτζ, η Αλίκη Αλεξανδράκη είναι μία θαυμάσια Μεγάλη Μπελ. Υπέροχα έπαιξαν και τραγούδησαν οι: Ελένη Μπούκλη (Μικρή Μπελ) και ο Βασίλης Παπαδημητρίου (Μικρός Σκρουτζ). Εκφραστικότατα απέδωσαν τους ρόλους τους οι: Xρήστος Στέργιογλου (Μάρλεϊ), Κώστας Βασαρδάνης (Κράτσιτ) και Λαέρτης Μαλκότσης (αφηγητής). Με ζωντανή ορχήστρα και όλους τους ηθοποιούς της συγκεκριμένης παράστασης να δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, η «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του Ντίκενς στο Εθνικό Θέατρο είναι ένα έργο το οποίο μικροί και μεγάλοι πρέπει να δείτε.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *