EΠΙ ΣΚΗΝΗΣ

   Γράφει η Θεατρολόγος,  Κριτικός  Θεάτρου

                                                     ΚΑΛΛΙΟΠΗ Γ. ΡΑΠΑΝΑΚΗ

«Το Τέλος»

Η ζωή από μέσα

 

ΡΑΠΑΝΑΚΗΟ Σάμουελ Μπέκετ (1906-1989) έγραψε το μονόπρακτο «Το Τέλος» το 1946. Η ύπαρξη ενός άνδρα στο τελευταίο στάδιο της ζωής του έτσι όπως αποπέμπεται από ένα «Ευαγές Ίδρυμα» και περιπλανιέται στην πόλη που έζησε με μόνο στοιχείο ταυτότητας την αφήγησή του σε πρώτο ενικό πρόσωπο. Ένα παζλ από εικόνες, σκέψεις, οπτασίες, που καλείται ο αναγνώστης ή ο θεατής να αποκωδικοποιήσει. Στον Μπέκετ όπου ο λόγος αδυνατεί να σχηματοποιήσει και να καταγράψει τις εσωτερικές διεργασίες της σκέψης και της συνείδησης, οι λέξεις διατυπώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη στο αόριστο του χώρου και του χρόνου, ενώ το σώμα, ως σκεύος της συνείδησης και της ύπαρξης, αρθρώνεται και σχηματοποιείται μέσα από λέξεις που εντείνουν την οδύνη του υπαρξιακού χάους της ανθρώπινης πορείας στην απεραντότητα του σύμπαντος.

«Με έντυσαν και μου έδωσαν χρήματα. Ήξερα γιατί ήταν τα χρήματα, ήταν γιά να φύγω. Άν τα ξόδευα θα ήθελα κι άλλα γιά να φύγω. Έτσι και με τα παπούτσια, αν χαλούσα θα έπρεπε να τα σολιάσω ή ν’ αγοράσω καινούργια ή να περπατάω ξυπόλυτος αν ήθελα να συνεχίσω. Το ίδιο και με το σακάκι και το παντελόνι, δε χρειάζεται να ειπωθεί, με τη διαφορά ότι θα μπορούσα να φύγω χωρίς σακάκι άν ήθελα. Τα ρούχα- παπούτσια, κάλτσες, πουκάμισο, σακάκι, καπέλο- δεν ήταν καινούργια, αλλά ο μακαρίτης πρέπει να ήταν περίπου στα δικάμου μέτρα. Εδώ που τα λέμε, πρέπει να ήταν λίγο πιό κοντός, λίγο πιό αδύνατος, γιατί τα ρούχα δε με χωρούσαν στην αρχή τόσο καλά όπως στο τέλος, προπαντός το πουκάμισο μου πήρε μια μέρα να καταφέρω να κουμπώσω το κουμπί του γιακά ή να χρησιμοποιήσω το κολάρο του ή να χώσω τις άκρες του ανάμεσα στα δυό μου σκέλια όπως μου ’μαθε η μάνα μου». (Παγκόσμιο Θέατρο, Αριθ. 106. Σάμουελ Μπέκετ Μονόπρακτα. Μετάφραση Μάκης Λαχανάς. Εκδόσεις «Δωδώνη». Αθήνα-Γιάννινα, 1990).

Έτσι αρχίζει την αφήγησή του, ένας άνδρας πριν ξεκινήσει από την αφετηρία ενός μονίμου καταλύματος σε μία μικρή πορεία στην πόλη που έζησε καθώς και στα περίχωρα της, όπου ανάμεσα στους δαιδάλους της συνείδησης, της αίσθησης και της παραίσθησης κάπου στο πλέγμα των  βιωμάτων του παρελθόντος, καταφέρνει να μπαινοβγαίνει στη ζωή μέχρι το αναπόφευκτο τέλος. Μοναχικός, στις παρυφές της κοινωνίας, εκεί που οι πολλοί δεν σκύβουν να κοιτάξουν, ο ήρωας του Μπέκετ βιώνει μιά αλλόκοτη πραγματικότητα στα όρια μιάς παραίσθησης όπου οι μαίανδροι της συνείδησης και του υποσυνείδητου διατυπώνονται με λέξεις ασυνήθιστα σκληρές ως τρισδιάστατοι καθρέπτες του είναι και του μη-είναι. Κανείς δεν μπορεί να ορίσει αν η πορεία του συγκεκριμένου άνδρα αποτελεί μέρος μιάς εγρήγορσης βιωμάτων του παρελθόντος ως παραίσθηση πριν από τον τελευταίο ρόγχο της ζωής ή αν η πορεία του έχει τα ίχνη μιάς πραγματικής περιπέτειας ενός ταλαιπωρημένου και άρρωστου άστεγου μέχρι τον σύντομο θάνατό του. Ασθμαίνουσα η γραφή του Μπέκετ διεκδικεί το αμείωτο ενδιαφέρον του αναγνώστη ή του θεατή κεντρίζοντας σκέψεις και συναισθήματα ανάμεσα από λέξεις που ανατρέπουν τις όποιες σταθερές και διατυπώνουν ερεθιστικά ερωτήματα σε ένα θέατρο όπου τα νοήματα δεν απορρέουν φυσικά και εύκολα μέσα από έναν αποσπασματικό λόγο.

Η κα Ασπασία Βελισαρίου (Περιοδικό «Διαβάζω», αφιέρωμα στον Σάμουελ Μπέκετ – αριθ. 115, 27/03/1985, σελ. 14-15, Αθήνα, στο άρθρο της: “H Γλώσσα στο «Περιμένοντας τον Γκοντό»” αναφέρει: «[…] Παρόλ’ αυτά το θέατρο του Μπέκετ είναι ένα θέατρο λόγου, ενός λόγου που δεν ισχυρίζεται ότι μεταφέρει την ουσία των πραγμάτων, που παραδέχεται την ύπαρξη του χάους, και που είναι γνώστης της ίδιας του της κατάρρευσης. Αυτό τον εμπλέκει σε μια διαδικασία αναπόφευκτης ήττας. Διότι, ενώ παραδέχεται στην ουσία ότι οι λέξεις είναι το μόνο πράγμα που έχουμε, στην πραγματικότητα δεν τις εμπιστεύεται, τις θεωρεί ανίκανες να εκφράσουν, επομένως μπορούν μόνο να αποτύχουν. Ταυτόχρονα όμως αναγνωρίζει την ακαθόριστη παρόρμηση του εαυτού να μιλήσει και αυτό του επιτρέπει να καταφέρει το ακατόρθωτο, να αρθρώσει λεκτικά και οπτικά τον άρρητο και αδιαφοροποίητο εαυτό».

Στο «Τέλος» η αφήγηση του μοναχικού άνδρα είναι σκληρή και περιγραφική μέχρι ελάχιστων λεπτομερειών  ενός άστεγου που ήταν αναγκασμένος να ζητιανεύει απλά γιά να επιβιώσει. Το βασανισμένο σώμα του, ως σκεύος οδύνης, περιφέρεται σε διάφορα σημεία της πόλης, σε μιά σπηλιά δίπλα στη θάλασσα αλλά και τόπους  της εξοχής, μέσα από μία πορεία μετάβασης από την ζωή σε έναν αργό αλλά βέβαιο θάνατο. «[…] Όλ’ αυτά που ένιωθα δεν ήταν καθόλου αληθινά», μονολογεί ο άνδρας-αφηγητής, ανάμεσα στις μετακινήσεις του, φτάνοντας κοντά στο παγκάκι του «[…]που ήταν φτιαγμένο να δέχεται τις καμπύλες του καθισμένου κορμιού».

Το μονόπρακτο «Το Τέλος» παρουσιάστηκε γιά πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο Θέατρο «Εμπορικόν» γιά λίγες μόνο παραστάσεις, σε σκηνοθεσία κου Γιώργου Σκεύα, μέσα από μία ανυπέρβλητη, εξαίσια ερμηνεία από τον κο Δημήτρη Καταλειφό.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *