EΠΙ ΣΚΗΝΗΣ

ΕΠΙΣΚΗΝΗΣ

 

Γράφει η θεατρολόγος

ΚΑΛΛΙΟΠΗ  Γ. ΡΑΠΑΝΑΚΗ

 

 

Σεσημασμένες συνήθειες

Ο Αλμπέρ Καμύ (1913-1960) μέσα από 30 βιβλία και το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας(1957) έχει σφραγίσει ανεξίτηλα την παγκόσμια διανόηση μέσα από φιλοσοφικά δοκίμια, σημαντικά μυθιστορήματα και θεατρικά έργα. «{…} Όλα γίνονται από μια συνήθεια. Είμαστε γελοίοι αριθμοί μιας κοινωνίας που ενεργεί από συνήθεια, μισούμε ή αγαπάμε από συνήθεια και σκεπτόμαστε τα «μεγάλα προβλήματα» από συνήθεια». Με βάση αυτό το σκεπτικό, ο Καμύ γράφει τον «Ξένο» το 1942 ενώ το ίδιο έτος, λίγους μήνες αργότερα, παρουσιάζει το δοκίμιό του «Ο μύθος του Σίσυφου» όπου καταγράφει τις φιλοσοφικές του ιδέες.

Ο Καμύ ταξινομεί τα έργα του «σε κύκλους». Επομένως, σύμφωνα με τον συγγραφέα τα δύο προαναφερθέντα έργα μαζί με τα θεατρικά: «Η παρεξήγηση»(1944) και «Καλιγούλας(1945) ανήκουν στον «κύκλο του παραλόγου». Επιπρόσθετα, στον «κύκλο της εξέγερσης» ανήκει το μυθιστόρημά του «Η πανούκλα»(1947), τα θεατρικά του έργα «Κατάσταση πολιορκίας»(1948) και «Οι δίκαιοι»(1919) καθώς και ο «Επαναστατημένος άνθρωπος»(1951). Το 1956 εκδίδεται το μυθιστόρημά του «Η πτώση».

Είναι γεγονός ότι ο Καμύ μέσα από το σύνολο των έργων του διερεύνησε τις πτυχές του αποξενωμένου ανθρώπου από ένα κοινωνικό σύστημα που τον καθυποτάσσει ερήμην του μέσα από νόρμες και εκ των προτέρων κοινωνικές συντεταγμένες στις οποίες πρέπει να δηλώσει απεριόριστη συμμόρφωση αν δεν επιθυμεί να εξοστρακιστεί από τους κόλπους της κοινωνίας.

Μέσα από αυτό το πλαίσιο, στον «Ξένο», Ο Μερσώ είναι ένας ιδιωτικός υπάλληλος που ζει μόνος του, ανάμεσα στη ρουτίνα της εργασίας του και σε μονότονα αλλά και πληκτικά σαββατοκύριακα. Αδιάφορος και αποξενωμένος από όσα συμβαίνουν γύρω του ενεργοποιείται ελάχιστα μετά το θάνατο της έγκλειστης σε γηροκομείο μητέρας του. Από αυτό το σημείο και μετά, η ζωή του αλλάζει τροπή μέχρι που φτάνει να σκοτώσει έναν Άραβα και να καταδικαστεί σε θάνατο.

Η δραματοποίηση ενός κειμένου όπως ο «Ξένος» προϋποθέτει ρευστότητα λόγου και πληρότητα νοήματος  καθώς ανάμεσα από τους  μονολόγους και τους διαλόγους πρέπει να διαφαίνεται ξεκάθαρα ο προβληματισμός του συγγραφέα αλλά και η φιλοσοφική του άποψη σε σχέση με τον άνθρωπο και έναν  αφιλόξενο κοινωνικό ιστό που τον περιβάλλει. Σε αυτό το πεδίο, η σκηνοθεσία και η δραματουργική επεξεργασία του Δημήτρη Τσιάμη στο θέατρο «Εκατοντέσσερα (104)» (Ευμολπιδών 41, στο Γκάζι) τήρησε τις προτεραιότητες του κειμένου και σκιαγράφησε άρτιους χαρακτήρες χωρίς να αλλοιώσει τις σημασίες και τα νοήματα του συγκεκριμένου μυθιστορήματος.

Η σκηνοθετική μέριμνα επινόησε ένα θέατρο δωματίου όπου η μουσική των λέξεων άρθρωσε τον προβληματισμό του συγγραφέα σε σχέση με την μοναξιά και την απομόνωση του ατόμου. Στοιχεία που καταδικάζουν τον άνθρωπο σε ένα μηχανιστικό τρόπο ζωής μέσα σε μια εχθρική κοινωνία.

Σπάνια απολαμβάνουμε στο θέατρο μια τόσο σημαντική εργασία στον τομέα της υποκριτικής. Ο Γεράσιμος Μιχελής (Μερσώ) μαζί με τον Μιχάλη Οικονόμου και την Κλεοπάτρα Μάρκου αυτοσχεδιάζουν με ευρηματική επιμέλεια και συναποτελούν ένα «μουσικό» τρίγωνο αρμονίας καθώς κινούνται με ρυθμό και άνεση επιτείνοντας τις σημασίες του κειμένου. Δραματοποιούν τις σιωπές, τις παύσεις και τις ηχηρές παρατάσεις τις αγωνίας που ταλανίζουν τους ήρωες της πλοκής. Ο μικρός σκηνικός χώρος μεταμορφώνεται σε πλατφόρμα κοντσέρτου όπου οι λέξεις μετουσιώνονται σε νότες και τραγουδούν «{…} τα πάθια και τους καημούς του κόσμου».

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *