ΑΓΙΟΣ ΑΛΕΞΙΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΟ τρόπος ζωής των αγίων δεν θέλει να δείξει ηρωισμόν, για να στηριχθεί στην υστεροφημίαν ή στην αρετή της αγάπης προς την επίγειον πατρίδα, αλλά την δίψαν της συνάντησις με τον Χριστόν. Ο κάθε Άγιος εκφράζει την πίστιν, όπως ο ίδιος θεωρεί, ότι έτσι γίνεται ευάρεστος στον Θεόν.

Στον ψαλμόν του Δαυϊδ 67,38, διαβάζομεν «Θαυμαστός ο Θεός, εν τοις αγίοις αυτού». Ερμηνεία: (Είναι θαυμαστός ο Θεός, για την προστασίαν, που παρέχει σε αυτούς, που είναι αφωσιωμένοι εις Αυτόν). Ζωντανό παράδειγμα είναι ο Άγιος Άλέξιος, που εορτάσαμε στις, 17 Μαρτίου και είναι γνωστός ως «Άνθρωπος εν γη, του Θεού κληθείς μόνος», όπως αναφέρεται στο συναξάρι της Εκκλησίας.

Ο σεπτός αυτός Άγιος, εγεννήθη στην Ρώμην από ευσεβείς και εύπορους γονείς, τον Πατρίκιον Ευφημιανόν και την Αγλαϊδα. Έλαβε κατάλληλον παιδείαν, ήταν σοφός και θεοδίδακτος.

Εγκατέλειψεν τα εγκόσμια, όπως ψάλλομεν στο Δοξαστικόν: «Κόσμου τερπνότητα, οσίως έλιπες, ανταλλαξάμενος, πλούτου του ρέοντος, τον αδιάρρευστον σαφώς και μένοντα Αλέξιε…». Ερμηνεύομε: (Εγκατέλειψες του κόσμου την ευχαρίστησιν με όσιον τρόπον, αφού αντάλλαξες τον πλούτον, που ρέει (τον εφήμερον εννοεί), με αυτόν που μένει σταθερός (τον πνευματικόν).

Ο Υμνογράφος απορεί και ψάλλει: «Ποίος ημπορεί να διαδώσει την φήμην των σεπτών Σου αρετών Αλέξιε; σωφροσύνην, υπομονήν, πραότητα, εγκράτειαν, άκραν σκληραγωγίαν και άμετρον ταπείνωσιν. Γενόμενος Αγγέλοις εφάμιλλος». (Οίκος εορτής).

Όταν όμως ο Αλέξιος εμεγάλωσεν, η μητέρα του τον ανάγκασεν να νυμφευθεί, παρά την θέλησίν του, αλλά αυτός προτίμησεν «την θείαν των Αγγέλων ομοίωσιν, παρά την ηδονήν του σώματος». Το ίδιο βράδυ, μετά την τέλεσιν του μυστηρίου, έδωσε στην νύμφη το δακτυλίδιον και ανεχώρησεν για την Έδεσσαν της Μεσοποταμίας, διότι έβλεπε ότι, αν και ο γάμος είναι μέγα μυστήριον, θα δυσχέραινε και θα προκαλούσε δυσκολίες εις την πνευματικήν του ζωήν. Για τον λόγον αυτό «…έσπευσας συναφθήναι τω Χριστώ και Δεσπότη…» και «…τον αγνότατον συλλαβών φόβον, έτεκες πνεύμα σωτηρίας…» (α΄ωδή).

Όταν έφτασεν εκεί, εμοίρασε τα χρήματά του και τα ιμάτιά του, σε πτωχούς, φόρεσε κουρελιασμένα ρούχα και κάθισε στο νάρθηκα του Ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου, ζώντας μόνον με την ελεημοσύνην των ανθρώπων. «…πτωχός ώσπερ Λάζαρος, έρως γαρ θείος ηρέθιζεν, Μάκαρ την καρδίαν σου, επιποθούσα τον πλούτον τον ουράνιον…». (Ωδή δ΄).

Η μητέρα του και η νύφη, μετά την αναχώρησίν του, απαρηγόρητες, θρηνούσαν νύχτα, μέρα. Ο πατέρας του τον αναζητούσε, έστελνε υπηρέτες παντού, ακόμη και μέχρι την Έδεσσα έφθασαν, αλλά και εκεί δεν τον αναγνώρισαν, διότι είχεν παραμορφωθεί από την νηστείαν και την σκληραγωγίαν. Μία νύκτα η Θεοτόκος, παρουσιάστηκε στον νεωκόρον και του είπεν να φέρει μέσα στην Εκκλησίαν τον «άνθρωπον του Θεού». Ο φύλακας βρίσκοντας έξω από την εκκλησίαν μόνον τον Αλέξιον, Τον έφερεν μέσα με κάθε τιμή και μεγαλοπρέπεια. Όταν Άγιος κατάλαβεν ότι έγινεν γνωστός και μη θέλοντας επαίνους από τους ανθρώπους, πήρε το καράβι για να μεταβεί εις την Ταρσόν της Κιλικίας και να μείνει στον Ναόν του Αποστόλου Παύλου. Το καράβι όμως στην πορείαν του, από θεία Πρόνοια, συνάντησεν τρικυμίαν και αντί να φθάσει στην Ταρσόν, γύρισεν πάλιν στην Ρώμην.

Εκεί κάποιαν ημέρα, συνάντησεν τον πατέρα του, ο οποίος δεν τον αναγνώρισεν, του ζήτησεν ελεημοσύνη, σαν ζητιάνος και αυτός του υποσχέθηκε ότι θα του δίνει κάθε ημέραν φαγητόν. Έμεινεν έξω από τον πατρικόν οίκον δέκα επτά έτη, υπομένοντας λοιδορίες και εμπαιγμούς. Νήστευε όλην την εβδομάδα και την Κυριακήν μεταλάμβανεν των Αχράντων Μυστηρίων.

Ό Αλέξιος όταν αισθάνθηκε ότι πλησίαζε το τέλος του, έγραψε σε ένα χαρτί, τον βίον της ζωής του, μερικά μυστικά, που γνώριζαν μόνον οι γονείς του και εξεδήμησεν προς τας αιωνίους μονάς. Την ιδίαν ημέραν, ο Αρχιεπίσκοπος τελούσεν Θείαν Λειτουργία, άκουσεν φωνή εξ ουρανού, που ελέγεν «Ζητήσατε τον άνθρωπον του Θεού» και τους οδηγούσεν στην οικίαν του Ευφημιανού. Εκεί ευρήκαν τον «άνθρωπον του Θεού» νεκρόν να λάμπει ως Άγγελος και στο χέρι του κρατούσε το χαρτί, που έγραφεν, ποίος είναι. Ο Ευφημιανός δακρυσμένος αντελήφθη, ότι ήταν ο γιός του και μεγάλο πένθος έπεσε στην οικογένεια, αλλά και ευλογία, αφού ο γιός του θα συμβασιλεύει πλέον με τον Χριστόν.

Και κατά τον Υμνογράφον «Άρχοντες λαών και Βασιλείς συνήλθον και ιερείς, Μάκαρ, κηδεύσαι Σε, Θεού επινεύσει και κατείδον μέγα θέαμα…». (Ωδή η΄).

Επί επτά ημέρας, πλήθη κόσμου προσήρχοντο δακρυσμένοι να προσκυνήσουν το θαυματουργόν λείψανόν του και να πάρουν την ευλογίαν Του.

Αγαπητοί μου Αναγνώστες, ας ικετεύσομεν και ημείς, αυτήν την ηγιασμένην μορφήν και να ψάλλομεν «Αλέξιε Παμμάκαρ, τιμούμεν Σε, αιτούμενοι ευρείν ταις ευχαίς Σου, το μέγα έλεος».

Μαρία Τσακανίκα

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *