Βραβείο στον Πειραιώτη Ποιητή Αντώνη Μικέλη Από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών

μικέληςΜια υπέροχη Λογοτεχνική βραδιά (3 Οκτωβρίου) στον φανταστικό εξωτερικό χώρο, του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, από την ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ, για την απονομή των βραβείων του 39ου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού.

Κατά την εκδήλωση απονεμήθηκε βραβείο στον Πειραιώτη πολυβραβευμένο ποιητή Αντώνη Μικέλη, για το ποίημά του «Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΡΟΤΑ».

Θερμά συγχαρητήρια, είναι άξιος και με το παραπάνω.

 

Η τελευταία ρότα

 

Τα χρόνια φεύγουν γρήγορα και η ζωή μικραίνει,

και ξέρει ο καθένας μας το τι τον περιμένει.

Σαν έρθ’ η ώρα και για ’με τα μάτια μου να κλείσω,

τη θάλασσα για μια στιγμή θέλω να χαιρετήσω,

τη θάλασσα που μ’ έπνιγε με τ’ αρμυρά φιλιά της,

και με κρατούσε δέσμιο στην κρύα αγκαλιά της.

Σ’ ένα ταξίδι αλαργινό τον νου μου θε να στείλω,

στους τόπους όπου γνώρισα και να τους αναγγείλω,

τελειώνω τα ταξίδια μου και πια δεν θα με ’δούνε,

κι όσοι μ’ αγάπησαν πολύ, θα μ’ αποχαιρετούνε.

Να πάρω λίγη μυρωδιά να νιώσω την αρμύρα,

οι αναμνήσεις της ζωής να ’ρθούνε σαν πλημμύρα,

και μια κανάτα θάλασσα στα δίπλα μου να βρέχω,

τα χείλη μου στη μοναξιά, παρέα να την έχω.

Να φέρω μες στη σκέψη μου, να θυμηθώ και πάλι,

εξάντα, χάρτες ναυτικούς και το μακρύ το κιάλι,

χαράζοντας με προσοχή και μέσα στο σκοτάδι,

την τελευταία ρότα μου, πορεία προς τον Άδη.

Τον Αβραάμ για πλοηγό σαν φθάσω θα ζητήσω,

στου Παραδείσου ήρεμα τον μόλο να πλευρίσω.

Εκεί θα βρω στα σίγουρα, ανάπαυση αιώνια,

χωρίς να βλέπω θάλασσα, ή πλοίου τα τιμόνια.

Στη ρότ’ αυτή την τελική που θέλω να χαράξω,

να κλείσ’ ο κύκλος της ζωής στον Άδη να αράξω,

την άγκυρά μου τη βαριά, εκεί θα την αφήσω,

κι απ’ το ταξίδι μου αυτό ποτέ δεν θα γυρίσω.

Θα ’χω κρεβάτι στέρεο και ούτε θα κουνιέμαι,

κι από το μπότζι τ’ άγριο συχνά να τυραννιέμαι,

το σκάντζα-βάρδια στη νυχτιά ποτέ δεν θα τ’ ακούσω,

κι ούτε ξανά πρωί-πρωί τα μούτρα μου θα λούσω.

Σα έφευγα, μου λέγανε, «καλά ταξίδια να ’χω»,

αφού η μοίρα μ’ έστελνε στη θάλασσα μονάχο.

Τα στήθια μη χτυπήσετε, μη μαυροφορεθείτε,

μόν’ άσπρα να φορέσετε, τραγούδια να μου πείτε.

Τραγούδι’ αγάπης, μοναξιάς, με θάλασσα βρεγμένα,

με τη δροσιά του κύματος κι αρμύρα φορτωμένα,

να νοιώσω μες στον ύπνο μου το κρώξιμο του γλάρου,

ν’ ανοίξει δρόμο να διαβώ, αναλαμπή του φάρου.

Τριγύρω να ’χω συντροφιά της θάλασσας γλαρόνια,

και να λαλούν στο μνήμα μου της άνοιξης τ’ αηδόνια.

Δεν θέλω κλάματα πολλά μονάχα δύο λόγια,

«καλό ταξίδι από καρδιάς και όχι μοιρολόγια.

Και στων Αγγέλων αγκαλιές με το καλό να φθάσεις,

και να ξεχάσεις δια παντός φουρτούνες της θαλάσσης»

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *