Γιατί μπαμπά ανεβαίνεις στον ουρανό και κατεβαίνεις κρατώντας φωτιά;

ιερέαςΚάποτε… ένας έγγαμος ιερεύς κρατώντας από το χεράκι ένα πεντάχρονο αγοράκι, το δικό του παιδί, πήγαινε στην εκκλησία για τον Εσπερινό…

Ο μικρός, καθώς βάδιζε με τον πατέρα του, όλο και κάτι έλεγε, ώσπου στο τέλος και εντελώς απροσδόκητα έκανε την εξής ερώτηση:

-Γιατί, μπαμπά, στη Θεία Λειτουργία, όταν πρόκειται να αγιάσεις τη Θεία Κοινωνία, όλο κλαίς;

Και ύστερα ανεβαίνεις πετώντας στον ουρανό και κατεβαίνεις πάλι κρατώντας πολλή φωτιά στα χέρια σου;

Και γιατί πρώτα τη βάζεις πάνω στο ψωμάκι και ύστερα στο Άγιο Ποτήριο με το κρασάκι;

Γιατί δεν καίγεσαι; Εγώ τα χεράκια σου δεν τα είδα ποτέ καμμένα!

Ο αγιασμένος εκείνος παππούλης σταμάτησε άφωνος από την έκπληξη και ύστερα έντρομος ρώτησε το παιδί του:

-Ποτέ τα είδες όλα αυτά, παιδάκι μου;

-Να, προχθές που ήταν Κυριακή! απάντησε ο μικρός.

Και τότε ο ιερεύς λέγει στο παιδί του πολύ σοβαρά:

-Πρόσεξε, παιδάκι μου, μην τα πεις αυτά σε κανέναν, μέχρι να πεθάνω. Ακούς; Σε κανέναν!

-Καλά, μπαμπά… Να… φιλάω και σταυρό!

(Και έκανε το σχήμα του σταυρού με τα δαχτυλάκια του και το φίλησε).

Αυτά μου τα διηγήθηκε το ίδιο το παιδάκι, που ήταν πλέον άνδρας πενηντάρης, για τον ιερέα πατέρα του. Η αληθινή αυτή ιστορία έχει την πνευματική της βαρύτητα, για την οποία ελέχθη…

Γιατί μόλις τελείωσε ο παπαγυιός την ιστορία με τον πατέρα του, πρόσθεσε:

-Αυτές τις ημέρες, πάτερ μου, αμάρτησα κατακρίνοντας δύο ιερείς για κάποιες κακές τους πράξεις, όπως μου τις μετέφεραν. Ναι, τους κατέκρινα, τους ύβρισα και τους συνέκρινα με τον αγιασμένο ιερέα πατέρα μου…

Χθές λοιπόν το βράδυ ήλθε ο πατέρας μου στον ύπνο μου, ολόλαμπρος σαν τον ήλιο!

Με κοίταξε σοβαρά και αυστηρά και μου είπε:

«Δεν γνωρίζεις ότι στα πρόσωπα εκείνων των ιερέων κατέκρινες εμένα, τον πατέρα σου;

Ή μήπως δεν κάνουμε όλοι λάθη;

Και όταν κατακρίνεις, παιδί μου, τον οποιονδήποτε ιερέα, σού το είπα πολλές φορές, κρίνεις τον Ίδιο τον Θεό, που τον έκανε ιερέα»!

Και τότε ο γιός του αγίου εκείνου ιερέως άρχισε να κλαίει!

Κι εγώ παρέμεινα άφωνος από την κατάπληξή μου.

Κατόπιν, ζήτησα την άδειά του να μπορώ να διηγούμαι το φοβερότατο αυτό λειτουργικό βίωμα, ανωνύμως.

Ο Θεός να μας ελεήσει και εμένα τον ταλαίπωρο, διότι «ο γνούς και γράψας και ΜΗ ποιήσας δαρήσεται πολλάς».

π. Στεφάνος Αναγνωστόπουλος

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *