Διαχρονικές φράσεις λαϊκής σοφίας που χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα

unnamedΣτον καθημερινό μας λόγο χρησιμοποιούμε διαχρονικές φράσεις λαϊκής σοφίας, την προέλευση των οποίων οι περισσότεροι δεν γνωρίζουμε. Οι φράσεις αυτές κρύβουν μία μικρή ιστορία, με άγνωστους σε εμάς πρωταγωνιστές, η οποία αφενός έχει κάτι να μας διδάξει, και αφετέρου απεικονίζει γλαφυρά τον τρόπο ζωής και δράσης των ανθρώπων μίας άλλης εποχής.

Στα πλαίσια αυτά έχει αξία και ιδιαίτερο ενδιαφέρον, η γνώση της λαϊκής αυτής σοφίας.

 

Τα ίδια, Παντελάκη μου, τα ίδια, Παντελή μου

Ο Παντελής Αστραπογιαννάκης ήταν Κρητικός. Όταν οι Ενετοί κυρίεψαν τη Μεγαλόνησο, πήρε τα βουνά μαζί με μερικούς τολμηρούς συμπατριώτες του. Από εκεί κατέβαιναν τις νύχτες και χτυπούσαν τους κατακτητές μέσα στα κάστρα τους. Για να δίνει, ωστόσο κουράγιο στους νησιώτες, τους υποσχόταν ότι θα ελευθέρωναν γρήγορα την Κρήτη. Με το σήμερα, όμως και με το αύριο, ο καιρός περνούσε και η κατάσταση του νησιού αντί να καλυτερεύει, χειροτέρευε. Οι Κρητικοί άρχισαν να απελπίζονται. Μα ο Αστραπογιαννάκης δεν έχανε το θάρρος του, εξακολουθούσε να τους δίνει ελπίδες για σύντομη απελευθέρωση. Οι συμπατριώτες του, όμως δεν τα πίστευαν πια. Όταν λοιπόν, ο Παντελής Αστραπογιαννάκης πήγαινε να τους μιλήσει, όλοι μαζί του έλεγαν : «ξέρουμε τι θα πεις. Τα ίδια, Παντελάκη μου, τα ίδια, Παντελή μου».

 

Φτηνά τη γλιτώσαμε

Όταν οι Φράγκοι κυβερνούσαν την Ελλάδα, οι Έλληνες υπέφεραν τα πάνδεινα, από τους κατακτητές, που είχαν κατακλύσει τον τόπο μας. Μια από τις χειρότερες πληγές της εποχής εκείνης, ήταν προπαντός η βαριά φορολογία, που επέβαλαν κάθε τόσο στους κατοίκους. Φορολογία στους γονείς που είχαν περισσότερα από τέσσερα παιδιά, φορολογία στους αγρότες που έτρεφαν ζωντανά, φορολογία στα σπίτια που άναβαν τζάκι το χειμώνα, φορολογία στο νερό που έπιναν. Με δυο λόγια, ήταν μια εποχή, που όλοι οι Έλληνες, πλούσιοι και φτωχοί δούλευαν αποκλειστικά για τους δυνάστες τους. Όταν λοιπόν, κανείς από αυτούς δεν είχε να πληρώσει τους απαραίτητους φόρους, συλλαμβανόταν αμέσως, για να κλειστεί στα φοβερά μπουντρούμια, που είχαν γίνει φυλακές. Εκεί, έπειτα οπό μερικές μέρες, ερχόταν ένας απεσταλμένος του Φράγκου διοικητή της περιφέρειας και του πρότεινε δύο πράγματα: Ή να δουλέψει δωρεάν στα κτήματα των Φράγκων ή να μείνει σε όλη του τη ζωή σχεδόν, κλεισμένος στη φυλακή. Φυσικά από τις δυο αυτές προτάσεις, ο κρατούμενος διάλεγε πάντοτε την πρώτη και μάλιστα με ευγνωμοσύνη για την… καλοσύνη του άρχοντα. Γιατί ήταν η μοναδική λύση στις τραγικές εκείνες στιγμές που περνούσε. Από το γεγονός αυτό έμεινε ως τα χρόνια μας η φράση: «Φτηνά τη γλιτώσαμε».

 

Είμαστε για τα πανηγύρια

Στην Κόρινθο, που ήταν πλούσια πόλη, γίνονταν δύο πανηγύρια, για εμπόρους απ’ όλο τον κόσμο. Το καθένα είχε διάρκεια ενάμιση μήνα. Όταν την κατέκτησαν οι Φράγκοι, αυτά συνεχίστηκαν. Όσοι συμμετείχαν σ’ αυτά σαν να μην τρέχει τίποτα, έλεγαν, όταν τους ρωτούσαν, που πάνε: «είμαστε για τα πανηγύρια». Έκφραση που σήμερα επικρατεί για όσους δεν έχουν επίγνωση της σοβαρότητας μιας κατάστασης.

 

Αμπρακατάμπρα

Στα μουσεία της Ευρώπης σώζονται πλουσιότατες συλλογές από φυλαχτά των «Γνωστικών» -χριστιανικής αίρεσης των πρώτων αιώνων –πάνω στα οποία είναι χαραγμένη με ελληνικούς χαρακτήρες η λέξη «ΑΒΡΑΣΑΞ». Η λέξη αυτή αντιπροσωπεύει τον αριθμό 365, που αντιστοιχεί στις ημέρες του χρόνου και στους 365 ουρανούς. Επρόκειτο Σε άλλα φυλαχτά πάλι διαβάζει κανείς τη λέξη «Αβλαναθαναλάβα», που είχε δύο σημασίες: «Είσαι ο πατήρ μας» ή «πάτερ ελθέ πρός Ημάς». Ένας γιατρός της εποχής εκείνης, ο Κουίντος Σέρβιος, διέταξε τους ασθενείς του να γράφουν πολλές φορές μερικές παράδοξες φράσεις κατακόρυφα πάνω σε κομμάτια δέρματα, παραλείποντας από ένα γράμμα σε κάθε γραμμή. Έτσι σχηματιζόταν ένας ανεστραμμένος κώνος, τον οποίο ο άρρωστος έπρεπε να κρεμάσει όχι στο λαιμό του, αλλά στην πλάτη του. Ο περίφημος πάλι γιατρός Μαρκέλλης, συμβούλευε σοβαρότατα εκείνους που υπόφεραν από τα μάτια τους, να γράφουν πάνω σε μια μαύρη πλάκα με κιμωλία λέξεις σαν αυτές: «Αραμαράμα», «ξεναξενόξης» κλπ. Ωστόσο, μια από τις ακατανόητες αυτές λέξεις, που ήταν επίσης όρος ιερός και που έμεινε ως τα χρόνια μας, είναι η «Αμπρακατάμπρα». Την αναφέρουμε δε και σήμερα αστειευόμενοι, για εκείνους που συνήθως δεν ξέρουν τι λένε ή κάνουν μαγικά κόλπα.

 

Κάθε κατεργάρης στον μπάγκο του

Παλαιότερα σ’ όλα τα πέλαγα αλώνιζαν κουρσάρικα καράβια. Οι μηχανές ήταν ακόμα άγνωστες και τα πλοία αρμένιζαν με τα πανιά ή με τα κουπιά. Συνήθως οι περισσότεροι κωπηλάτες, ήταν κατάδικοι (άνθρωποι των κάτεργων – δηλ. πλοίο που δούλευαν οι κατάδικοι), με σκοτεινό παρελθόν, (απ’ εδώ και η λέξη κατεργάρης δηλ. άνθρωπος χωρίς εμπιστοσύνη κλπ.). Όταν, λοιπόν, ο αέρας έπεφτε και το καράβι έπρεπε να συνεχίσει τον πλου του, έπρεπε: «Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του». Ήταν η διαταγή να καθίσουν και πάλι στα κουπιά, στους μακρινούς ξύλινους μπάγκους ή πάγκους (από το Ιταλικό ρanco)! Υπήρχαν, επίσης, πλοία την εποχή εκείνη, που ονομαζόντουσαν «κάτεργα» (πλεούμενες φυλακές). Έτσι, το πλήρωμα αυτών των πλοίων λεγόταν «κατεργάρηδες».

 

Φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο

Στην εποχή, όμως, που κυβερνούσε τα Γιάννινα ο Αλί Πασάς, είχε μπει φόρος ένα γρόσι στην κάθε οκά στα ψάρια και στα χέλια, που θα ψαρευόντουσαν μέσα στη λίμνη. Εκείνος που δε θα πλήρωνε, θα έχανε τα ψάρια του, που του τα έπαιρναν οι φοροεισπράκτορες του Αλί Πασά. Αλλά φτωχοί καθώς ήταν όλοι τους, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μην πληρώσουν το φόρο, αλλά οι άνθρωποι του Αλί τους παρακολουθούσαν και τους έπαιρναν ό,τι είχαν όλη τη νύχτα τραβήξει. Ο γερο-θυμόσοφος όμως ψαράς, βλέποντας το βίος του να καταστρέφεται και αντικρίζοντας τα ψάρια τους, που τα φόρτωναν οι στρατιώτες του Αλί Πασά, είπε: «Φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο», για να μείνει από τότε και να λέγεται σε ανάλογες περιπτώσεις.

 

Τα μυαλά σου και μια λίρα

Την εποχή της Τουρκοκρατίας, υπήρχε στην Αθήνα ένας τεράστιος Αλβανός, πού ονομαζόταν Κιουλάκ Βογιατζή. Αυτός γύριζε στα σπίτια των Ελλήνων και εισέπραττε τον κεφαλικό φόρο (χαράτσι). Κρατούσε μάλιστα στα χέρια του ένα ρόπαλο και απειλούσε ότι θα σπάσει το κεφάλι σε όποιον δεν του έδινε μια χρυσή λίρα ή δύο φλουριά, όπως απαιτούσε ο φόρος, κάθε έξι μήνες. Ήταν όμως τόσο χαζός πού δεν ξεχώριζε τα διάφορα νομίσματα, έτσι ορισμένοι Έλληνες όταν δεν είχαν να πληρώσουν γυάλιζαν μπρούτζινες δεκάρες και του τις έδιναν για χρυσές. Από τότε έμεινε αυτή η φράση πού την λέμε για τούς ελαφρόμυαλους.

 

Μου έφυγε το καφάσι

Στα Τούρκικα «καφάς» θα πει κεφάλι, κρανίο. Όταν, λοιπόν, η καρπαζιά, που έριξαν σε κάποιον είναι δυνατή λέμε: «του έφυγε το καφάσι», δηλαδή, του έφυγε το κεφάλι από τη δύναμη του κτυπήματος.

 

Έφαγα χυλόπιτα

Γύρω στα 1815 υπήρχε κάποιος κομπογιαννίτης, ο Παρθένης Νένιμος, ο οποίος ισχυριζόταν πως είχε βρει το φάρμακο για τους βαρύτατα ερωτευμένους. Επρόκειτο για ένα παρασκεύασμα από σιταρένιο χυλό ψημένο στο φούρνο. Όσοι λοιπόν αγαπούσαν χωρίς ανταπόκριση, θα έλυναν το πρόβλημά τους τρώγοντας αυτή τη θαυματουργή πίτα – και μάλιστα επί τρεις ημέρες, κάθε πρωί, τελείως νηστικοί.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *