Ευχάριστεαπό Καλοκαιρινές κατασκηνώσεις!ς αναμνήσεις

Αν και οι διακοπές του Καλοκαιριού πέρασαν, αν και βρισκόμαστε ένα βήμα πριν από το τέλος του Φθινοπώρου και την είσοδο του Χειμώνα, άκουγα με προσοχή τον εκλεκτό φίλο, Δημήτρη Ντούλη, να απαγγέλλει ένα καταπληκτικό ποιηματάκι, όπως ακριβώς το θυμόταν, από τα παλιά χρόνια, τότε που μικρό παιδάκι πήγαινε στις καλοκαιρινές κατασκηνώσεις της Εθνικής Τράπεζας. Που να το ήξερε εκείνη την ευχάριστη και ανέμελη περίοδο, ότι θα ακολουθούσε και αυτός το επάγγελμα του πατέρα του και ότι θα γινόταν ένα καλό και αγαπητό στέλεχος της Εθνικής Τράπεζας. Αξίζει λοιπόν να αναφέρω το μικρό αυτό ποιηματάκι που, αν και έχουν περάσει σχεδόν σαράντα χρόνια από τότε, είναι πάντα επίκαιρο.

«Δεν σου πάει το πάχος Δημητράκη,

κάνε και μια δίαιτα λιγάκι.

Πρέπει ν’ αποφεύγεις τα πιοτά,

σούπες μακαρόνια και ζαχαρωτά.

Μην κοιμάσαι πια το μεσημέρι

πήγαινε τέλος σ’ όλα τα μέρη.

Τρώγε το βραδάκι,

μόνο γιαουρτάκι.

Άκουσε και εμέ που σου μιλώ,

Για το καλό…»

Η ευκαιρία της απαγγελίας είχε να κάνει και με την παρουσία της κοινής μας φίλης και συναδέλφου Ελευθερίας Φυτού που εμείς τη φωνάζαμε Λάρα επί το χαϊδευτικότερον. Και η Λάρα λοιπόν ήταν κάποτε στην ίδια κατασκήνωση κατασκηνώτρια και οι καλοί μου αυτοί φίλοι θυμόντουσαν τα παλιά με την συνοδεία εκλεκτών γλυκών, τρίγωνα πανοράματος, χυμών φρούτων και καφέδων που, με μεγάλη ευχαρίστηση, σερβίριζε έτερος καλός φίλος, ο Τάσος ο Λελάκης. Ένα μεσημέρι λοιπόν εξαιρετικό με καλή παρέα να θυμούνται τα παλιά και να κάνουν σχέδια για το μέλλον σαν μικρά ακόμη παιδιά.

Και όμως τίποτα δεν έχει αλλάξει από εκείνη την προ σαράντα ετών εποχή που τρέχαμε όλοι, με κοντά παντελονάκια, δεν υπήρχε η ξενόφερτη λέξη σόρτς στο λεξιλόγιό μας, τα αγόρια και κοντές φουστίτσες τα κορίτσια, και φέρναμε τα πάνω κάτω στις κατασκηνώσεις. Άλλα χρόνια, άλλες καταστάσεις αλλά ίδιοι και απαράλλαχτοι οι άνθρωποι με την καλή κουβέντα στα χείλη και όλη τη διάθεση να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους για το φίλο και την παρέα. Σοβαροί και μετρημένοι επιστήμονες πια όλοι αυτοί οι φίλοι αναπολούν με αγάπη ότι πέρασε και σκέφτονται με χαμόγελο για ότι πρόκειται να έρθει.

Να που και η τότε μόδα ήταν κατά του πάχους και στο ποιηματάκι που ακουγόταν από εκατοντάδες παιδικές φωνούλες γινόταν νύξη για τον μικρό Δημητράκη που έτρωγε και έπινε τα πάντα, αμέριμνος, ήρεμος και χαμογελαστός, με αποτέλεσμα να έχει γίνει αγνώριστος από το πάχος. Να θυμηθούμε βέβαια ότι οι κατασκηνώσεις τότε ήταν παχυντήρια παιδιών. Υπήρχε, καλό και μπόλικο φαΐ, ύπνος αρκετός, διασκέδαση στο έπακρον και ότι άλλο μπορείς να φανταστείς για να σου μείνουν αξέχαστες όλες εκείνες οι μέρες και να τις θυμάσαι με δάκρυα χαράς ακόμα και σήμερα.

Το «Δημητράκης» είναι ένα όνομα τυχαίο στο ποιηματάκι και δεν έχει καμία σχέση με τον φίλο της τωρινής παρέας. Φανερώνει όμως ότι και τότε υπήρχε αυτό που λέμε το άγχος του πάχους, αν και τα χρόνια ήταν αρκετά δύσκολα και για να βρεις άτομο με λίγο ξύγκι έπρεπε να το ψάχνεις με το φανάρι του Διογένη.

Ας είναι λοιπόν καλά οι καλοί μου αυτοί φίλοι που μέσα από τις δικές τους αναμνήσεις βλέπουμε και εμείς τις δικές μας και δακρύζουμε αναπολώντας τες.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *