Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

Λέω σε όλους χαρίστε λουλούδια στις Μητέρες. Αυτή η μέρα τους ανήκει. Και χαμογελάω στη σκέψη της σκηνής που θα παιχτεί ακόμη και σήμερα στο σπίτι, με την ίδια σκηνοθετική επιμέλεια, που παίχθηκε πέρσι και πρόπερσι αλλά και τόσα χρόνια πριν, από δύο μικρούς σκηνοθέτες, τα παιδιά μου. Αλλά και γιατί όχι, και τα δικά σας παιδιά. Την προτροπή τη δίνει το σχολείο, και κάποια μέρα σαν κ’ αυτή βρίσκω, τάχα ανεπιτήδευτα, μα ωστόσο πολύ επιδεικτικά, δύο φακέλους, ριγμένους στο μαξιλάρι της μάνας τους. Δύο κάρτες με ζωγραφιές, που μοιάζουν με παπαρούνες, που μπορεί να είναι και γαϊδουράγκαθα. Να εύχονται χρόνια πολλά.

Οι τρυφερές συλλαβές, ταιριασμένες δίπλα-δίπλα, σχηματίζουν ευχές και λόγια αγάπης, που μαζί με την υπογραφή τους. Το παιδί σου, το καμάρι σου, δημιουργούν μια ζεστασιά, ικανή να λιώσει ακόμη και τους πάγους της ανταρκτικής. Κρατάς λοιπόν αυτούς τους δύο φακέλους πάνω στο σημείο της καρδιάς, για ένα μοναδικό λεπτό. Ενώ τα δύο μουτράκια κρυφογελούν πίσω από την πόρτα, για την έκπληξη που σου έκαναν και διαπιστώνεις πως διανύεις ένα λεπτό σύντομης και ανεπανάληπτης ευδαιμονίας. Ξαφνικά από το σημείο αυτό νιώθεις να υψώνεται μια τεράστια σκάλα που ενώνει τη γη με τον ουρανό. Ανεβαίνεις με σιγουριά, παραμερίζεις τα σύννεφα, μπαίνεις στον κήπο της Εδέμ. Λες ένα μεγάλο ευχαριστώ στο Θεό, και ξανακατεβαίνεις.

Χαρίστε λοιπόν λουλούδια στις Μητέρες. Θα πρέπει όμως να ερημώσετε τους κήπους, γιατί οι Μητέρες είναι στρατιές ολόκληρες. Μα, για μια μέρα, τους οφείλουμε μια μικρή απόδοση τιμών, για το ιερό χρέος που επιτελούν αυθόρμητα και εθελοντικά στα υπόλοιπα 364 ημερονύκτια του χρόνου.

Αναγνωρίζουμε και τιμούμε την ανιδιοτέλεια και την απόλυτη αφοσίωση. Γι’ αυτόν τον εξαίσιο τίτλο. που φέρνουν στους ώμους τους. Ώσπου να έρθουν τα παιδιά δεν είναι έτσι τα πράγματα. Είναι οι γυναίκες, απολύτως με τις εγωιστικές τους απαιτήσεις, με τους οραματισμούς της εφηβείας, με τις πληθωρικές τους επιδιώξεις. Όντα πολύπλευρα, παράξενα. Μόλις εγκαταστήσουν μια κούνια στο σπίτι τους, η Α.Μ. ο εαυτός τους, εξαφανίζεται, και ζούνε στους κτύπους μιας μικρής καρδιάς που κτυπάει δίπλα τους, ενώ αυτή που κτυπά μέσα τους ακούγεται από πάρα πολύ μακριά.

Κάποτε, ας πούμε κάποια άνοιξη, θυμούνται πως είχαν φτερά και θέλουν να πετάξουν. Τα φτερά τους μένουν διπλωμένα όσο τα μωρά μοσχοβολούν δίπλα τους μέλι γάλα και ροδόσταμο. Και είναι μια μυρωδιά που μαγνητίζει και δένει.

Κάποιο καλοκαίρι, ανακαλύπτουν πως ο κόσμος είναι μεγάλος και θέλουν να αποδράσουν. Μα ξεχνάνε την απόδραση, κι ο κόσμος είναι και πάλι μεγάλος δίπλα στην ακρογιαλιά που παίζει με τα βότσαλα το Παιδί τους.

Κάποτε, ένα πρωί βρίσκουν τα όρια των δρόμων τους πολύ στενά, και θέλουν ν’ απαλλαγούν από τα σύνορα της καθημερινής ζωής τους. Μα τα παιδιά μπαίνουν στην εφηβεία.

Πρέπει να τους μάθουν να διαβάζουν τα άστρα, και ταυτόχρονα να πατάνε στερεά στη γη. Οι δρόμοι και πάλι στενεύουν και οι στοχασμοί, τα φτερουγίσματα, αναβάλλονται.

Η λέξη μητέρα εξαφανίζει όλες τις ατέλειες από τα ανθρώπινα γυναικεία πορτραίτα τους. Και τους φτάνει αυτός ο τίτλος τιμής για να νοιώσουν ότι ξεπλήρωσαν ένα μεγάλο μέρος από τα χρέη τους στη ζωή, και να αισθάνονται στέρεες πάνω στη γη, σαν τα ψηλά βουνά, τις ώρες που ανατέλλει ανάμεσα τους ο ήλιος της καινούριας αυγής.

Στη σημερινή μητέρα που συνήθως γίνεται «λάστιχο» ανάμεσα στη δουλειά, το νοικοκυριό, και την μητρότητα, ένα τριαντάφυλλο ή ένα μικρό δωράκι δεν φθάνει, είναι πολύ λίγο. Είναι απλώς ένα φιλοφρόνημα.

ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΘΩΔΟΣ

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *