Η φθορά του πνεύματος

 

Κάποια μέρα, έπαιξε η τηλεόραση ένα κινηματογραφικό έργο που γυρίστηκε αρκετές δεκαετίες πριν. Ρώτησα για το περιεχόμενό του ένα φίλο, που έτυχε να το έχει δει παλαιότερα, και άρχισε να μου το αφηγείται λες και το είχε δει μόλις χτες, λες και δεν είχαν περάσει τόσα χρόνια.

Θαύμασα το θυμητικό και τη δύναμη του πνεύματός του, τη στιγμή που άλλοι, μαζί με αυτούς και γω, δεν θυμόμαστε ούτε τι φάγαμε χτες. Βέβαια, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, δεν είναι και λίγοι αυτοί που μπορούν να ανατρέξουν με λεπτομέρεια στο παρελθόν. Κάποτε, στην Ικαρία, συνάντησα ένα πολύ συμπαθητικό ζευγάρι ηλικιωμένων. Ο άνδρας, ο κυρ Αριστείδης, είχε αποκτήσει το παρατσούκλι του ληξίαρχου. Ήταν ικανός να φέρει στη μνήμη του ημερομηνίες γεγονότων που είχαν συμβεί πολλά χρόνια πριν. Τούλεγε η γυναίκα του για τον τάδε και αυτός ήξερε όχι μόνο πότε τον είχε δει αλλά που, πως και ποιοι άλλοι ήταν μαζί.

Φοβερό πράγμα αυτή η δύναμη του μυαλού. Τότε, έχουν περάσει σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια, η έννοια των λέξεων Αλτσχάϊμερ και Άνοια, ήταν άγνωστη. Σπάνια έβλεπες άνθρωπο με μειωμένο λογικό. Όλοι τάχαν τετρακόσια και βάλε, μέχρι τα βαθιά γεράματα. Άκουγες ιστορίες που σου κοβότανε η ανάσα από την παραστατικότητα και τις λεπτομέρειες.

Τώρα, που να βρεις τέτοιους ανθρώπους, μόλις γυρίσουν απ’ τη δουλειά, ανεξάρτητα από ηλικία, πέφτουν πάνω στην τηλεόραση ή στο έξυπνο κινητό τους. Αφού χαζέψουν ή υποτίθεται πως επικοινωνήσουν στο διαδίκτυο, για κάμποσες ώρες και αφού «αποβλακωθούν», όπως λένε και οι ίδιοι οι οπαδοί της τηλεόρασης και του κινητού, πέφτουν για ύπνο. Τι να νιώσουν όλοι αυτοί; Τι να νιώσουμε όλοι μας, που δυστυχώς έχουμε τον ίδιο τρόπο ζωής;

Και μόλις περάσουν και κάποια χρόνια και βγούμε από της ζωής τον αγώνα, μόλις περάσουμε δηλαδή στην εφεδρεία, τότε είναι που απογινόμαστε. «Ντιπ για ντιπ βλάκες», που λέει και ο λαός. Και όμως πιστεύουμε ότι ο σημερινός τρόπος ζωής είναι ο καλύτερος. Αν είναι ποτέ δυνατόν! Μέσα απ’ όλο αυτό τον ανεγκέφαλο δρόμο που έχουμε χαράξει να είμαστε και ευχαριστημένοι!

Υπάρχουν πάντως και αυτοί που επιμένουν. Που αρνούνται να υποταχτούν στα μέσα του «πολιτισμού» και αρκούνται να μαζεύονται σε κάποια στέκια και να συζητάνε, να ασκούν το πνεύμα τους, να οραματίζονται το μέλλον. Είναι όμως δυστυχώς ελάχιστα και φαντάζουν εξωπραγματικά. Κάποια τέτοια άτομα μαζεύονται σε στέκια που δεν είναι και πολύ γνωστά στο ευρύ κοινό, όχι γιατί δεν παράγουν έργο αλλά γιατί όπως είπαμε, είμαστε όλοι μακριά από τα θετικά έργα. Βγαίνουμε έξω και πηγαίνουμε σε καφενεία, ταβέρνες, κινηματογράφους ή θέατρα αλλά δεν πηγαίνουμε σε βιβλιοθήκες, πνευματικά κέντρα ή φιλολογικούς συλλόγους. Μας φαίνεται ότι είναι εκτός τόπου και χρόνου χώροι όπου μπορούμε να ακούσουμε ή και να πούμε κάτι καλό.

Έχει και ο Πειραιάς τα πνευματικά στέκια του και ας πιστεύουν πολλοί ότι μόνο στην Αθήνα διατηρείται μια κάποια κίνηση. Κάποτε, η Αθήνα και ο Πειραιάς, ήταν γεμάτα από τέτοια στέκια. Εκεί σύχναζε ο  Καζαντζάκης, ο Παπαδιαμάντης, ο Βάρναλης, και τόσοι άλλοι, που έδωσαν με το μυαλό τους μια άλλη διάσταση στην Ελλάδα. Τώρα που να ψάξεις και να βρεις τους σημερινούς ανθρώπους του πνεύματος; Είναι σπάνιο στις μέρες μας να μπεις σε βιβλιοπωλείο και να ζητήσεις βιβλίο κάποιου περιεχομένου και να πάρεις σωστή συμβουλή. Δεν θέλουν οι εποχές μας γωνιές γνώσης και επικοινωνίας. Άλλα πράγματα επιθυμούν, και φυσικά όπως είπαμε, η φθορά του πνεύματος συνεχίζεται.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *