Κάθε φέτος και χειρότερα;

 

Το μικρό είναι όμορφο! Ποτέ δεν θα συγκριθεί με το απρόσωπο και παγερό μεγάλο! Κάποτε υπήρχαν ψιλικατζίδικα, μπακάλικα, γαλακτοπωλεία, αρωματοπωλεία, φούρνοι κλπ. Σήμερα τι υπάρχει απ’ όλα αυτά; Πέρναγες έξω από το μικρό καταστηματάκι της γειτονιάς και άκουγες τον μαγαζάτορα να σε καλημερίζει, ακόμα και αν δεν τον έβλεπες. Ήξερες ότι πάντα είναι εκεί. Τώρα τι να ακούσεις; Ποιος θα βγει να σε κατευοδώσει; Νομίζω πως έχουμε χάσει πάρα πολλά, με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και κάποιων νέων ιδεών, και καλό θα είναι να κοιτάξουμε να περισώσουμε ότι μπορούμε. Όχι, δεν είμαστε νοσταλγοί του παρελθόντος, ούτε ωραιοποιούμε κάθε τι που πέρασε, απλά βλέπουμε την αλήθεια και θλιβόμαστε για ότι σταμάτησε να υπάρχει ή κινδυνεύει να σβήσει, μόνο και μόνο γιατί δεν του δώσαμε την κατάλληλη προσοχή.

Σε πρόσφατες στατιστικές φαίνεται καθαρά πως όλες οι μικρές επιχειρήσεις φθίνουν, και αριθμητικά και σε κύκλο εργασιών. Το ένα μετά το άλλο τα μικρά μαγαζιά κλείνουν, από τον ανταγωνισμό των μεγάλων και τη μόδα της εποχής, χωρίς κανείς να ξέρει τι ξημερώνει αύριο. Το σύνηθες είναι ότι, μετά το κλείσιμο των μικρών, οι μεγάλοι θα τα βρουν μεταξύ τους. Τελικά δηλαδή θα την πληρώνουμε και πάλι εμείς, οι καταναλωτές. Και ακριβότερα θα αγοράζουμε και θα τρέχουμε μακριά από τα σπίτια μας.

Βλέπουμε, τους πιτσιρικάδες των παλιών καταστημάτων της γειτονιάς, σε παλιές Ελληνικές κινηματογραφικές ταινίες, να πηγαίνουν τα πράγματα στα σπίτια των αγοραστών και απορούμε. Ναι ήταν πιο ανθρώπινα τότε. Υπήρχαν οι δυσκολίες της ζωής, αλλά σε πάρα πολλά άλλα θέματα όλα ήταν πολύ καλύτερα από τα σημερινά.

Διάβαζα τις προάλλες το βιβλίο του καλού μου φίλου και δάσκαλου, Γιάννη Σωτηρίου, που αναφέρεται στον Πειραιά και σε πολλά σημεία γράφει και για επαγγέλματα που υπήρχαν πριν από κάποιες δεκαετίες και τώρα έχουν χαθεί και ειλικρινά συγκινήθηκα. Δεν είναι κάποια επαγγέλματα που, όπως πολύ σωστά αναφέρει, χάθηκαν. Είναι και τα μαγαζιά που διαλύονται. Είναι η ίδια η ροή του κόσμου που τραβά τον ανήφορο και διαγράφει ένα – ένα τα απομεινάρια των εποχών που περνούν. Έτσι έσβησαν και τα σανοπωλεία, εξαφανίστηκαν όμως και οι Ντισκοτέκ, έκλεισαν και τα βίντεο κλαμπ. Είναι αδίστακτος ο χρόνος. Τίποτα δεν γλιτώνει από το μένος του.

Για να μην ξεφεύγουμε από το θέμα που δεν είναι άλλο από το μικρό και το όμορφο, αρκετά μικρά μαγαζιά ευημερούν. Στην πραγματικότητα το μικρό πάντα θα υπάρχει, απλά θα πρέπει να προσαρμόζεται στις σύγχρονες ανάγκες. Οι μπουτίκ των ρούχων κάθε μέρα και αυξάνονται, το ίδιο και οι μπουτίκ των τραπεζών. Γιατί, κακά τα ψέματα, δε μπορείς να αγοράσεις κάτι εντελώς προσωπικό από ένα μεγάλο και ψυχρό μαγαζί, με σύμβουλο μια απαθή και αδιάφορη πωλήτρια.

Ακόμα και αυτά τα ψιλικατζίδικα που κλείνουν, δεν κλείνουν, στην ουσία, από τον ανταγωνισμό των μεγάλων, αλλά από την τηλεόραση και την τσιμεντοποίηση των πόλεων. Πήγαινες στο ψιλικατζίδικο και αγόραζες λίγα σπόρια ή ένα παγωτό. Ύστερα καθόσουν στο πεζοδρόμιο και περνούσες την ώρα σου, συζητώντας χαρούμενα και ανέμελα με τους γνωστούς και τους φίλους. Αν δεν πήγαινε η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, δεν μαζευόσουν σπίτι για ύπνο. Αλλά και όταν περπατούσες για να πας σπίτι σου, άκουγες τα μακάρια μικροροχαλητά και τα ευχαριστημένα γουργουρίσματα αυτών που κοιμόντουσαν με ανοιχτά τα παραθύρια. Τότε έλειπε και ο φόβος.

Τώρα δεν γίνονται τέτοια πράγματα. Γραμμή για το σπίτι και βουρ για την τηλεόραση με ότι βλακεία έχει. Πολλοί μάλιστα, όπως μου εκμυστηρεύτηκαν, έχουν την τηλεόραση για υπνωτικό. Κάθονται μπροστά της μόνο και μόνο για να νυστάξουν και να πάνε για ύπνο. Έχουν βάλει από νωρίς και το κλιματιστικό. Έχουν τριπλοκλειδώσει το σπίτι. Έχουν ενεργοποιήσει και το συναγερμό και ακόμα δεν αισθάνονται ασφάλεια. Είναι ζωή αυτή;

 

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *