Κώστα Γαρίδης.Η Σιωπή, ο Έρωτας, η Ποίηση

Του Γιώργου Μπαλούρδου

γαρίδης 1Ο Κώστας Γαρίδης γεννήθηκε στους Δολούς της Μεσσηνίας στις 10 Ιανουαρίου του 1919 και άφησε την τελευταία του πνοή στο Πέραμα στις 5 Σεπτεμβρίου του 1984. Σταδιοδρόμησε στον εργασιακό του βίο ως τελωνειακός υπάλληλος. Νυμφεύτηκε τη Νίκη Κακαβά και απέκτησε τρία τέκνα. Πήρε μέρος όπως οι περισσότεροι νέοι της γενιάς του, στην Εθνική Αντίσταση εναντίον των δυνάμεων κατοχής και υπήρξε δραστήριο στέλεχος διαφόρων οργανώσεων. Από πολύ νωρίς ανέπτυξε έντονη πνευματική δράση δημοσιεύοντας ποιήματά του σε διάφορα περιοδικά της ιδιαιτέρας του πατρίδας. Επίσης, σε έντυπα του Πειραιά όπου έζησε το σύνολο σχεδόν του βίου του, καθώς και σε διάφορα άλλα, δημοσιεύοντας κείμενα ευρύτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος.

Ο κύριος όγκος της πνευματικής εργασίας του Κώστα Γαρίδη αποτελείται από δέκα πέντε ποιητικές συλλογές που εξέδωσε από το 1957 έως το 1981 ενόσω ζούσε και μία που εκδόθηκε μετά το θάνατό του.γαρίδης 2

Αυτές είναι: Δύσκολες Ώρες, Πειραιάς 1957. Η Σιωπή και οι άνθρωποι, Πειραιάς 1959. Ανακωχή με τη σιωπή, εκδ. Το Ελληνικό Βιβλίο-Αθήνα 1960. Στώμεν Καλώς, Κέδρος-Αθήνα 1963. Η Παναγιά των μελτεμιών, εκδ. Εταιρία Ελληνικών Εκδόσεων 1965. Φολέγανδρος, Αθήνα 1966. Τετράδια μοναξιάς, Θεσσαλονίκη 1971. Εαρινή Επίσκεψη, Θεσσαλονίκη 1972. Ενδοσκόπιο 1973. Ζήτημα πλεύσεως, Αθήνα 1975. Ο χρόνος και η διάσταση, Εταιρία Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά 1976. Τα Ερωτικά 1977. Στο Μπαλκόνι του Απογεύματος, Μαυρίδης-Αθήνα 1978. Αυτό το φως, 1980. Η βροχή, 1981. Κάτι να μείνει, Μαυρίδης-Αθήνα 1985.

Οφείλουμε να σημειώσουμε ακόμα ότι εξέδωσε το 1943 μια ποιητική συλλογή με τίτλο «Νοσταλγίες», που αργότερα την αποκήρυξε. Η ποιητική του συλλογή «Κάτι να μείνει», εκδόθηκε μετά την εκδημία του. Και η συλλογή του «Ο χρόνος και η διάσταση» που εκδόθηκε το 1976 είναι μια επιτομή και επιλογή των μέχρι τότε ποιητικών του έργων. Και, όπως, ο ίδιος αναφέρει στον πρόλογό του με τον τίτλο Ομολογία σ. 5, «Πρέπει να πω, ακόμα, πως απ’ αυτόν τον τόμο λείπει σημαντικός αριθμός ποιημάτων, που υπάρχουν στις προηγούμενες ποιητικές συλλογές, ενώ προστέθηκαν άλλα που δεν υπάρχουν» και συνεχίζει «κύριος σκοπός του είναι, να παρουσιάσει σε αδρές γραμμές ένα ποιητικό πρόσωπο, όπως σχηματίστηκε μέσα σε είκοσι χρόνια από την πρώτη του εμφάνιση…». Όπως βλέπουμε ο ποιητής μέχρι τελευταία στιγμή επεξεργαζόταν και αναθεωρούσε την ποιητική του δημιουργία καθώς προσπαθούσε να ολοκληρώσει επί τα βελτίω το ποιητικό του πρόσωπο. Παρατηρούμε ακόμα ότι από την επιτομή αυτή έχουν αφαιρεθεί οι αφιερώσεις σε διάφορα συγγενικά-αγαπημένα του πρόσωπα (η σύζυγός του, η κόρη του κ.λ.π.) σε άλλους ομοτέχνους του, καθώς και ορισμένες ποιητικές ρήσεις ξένων δημιουργών. ( Έλιοτ) ή και Προλεγόμενα.

Ποιήματά του έχουν ανθολογηθεί σε διάφορες Ανθολογίες, όπως του Μιχάλη Περάνθη, του Γιάννη Κορίδη, του Βασίλη Βασιλικού, των Αρη Δικταίου, Φαίδρου Μπαρλά και σε αρκετές άλλες. Ποιήματά του υπάρχουν διάσπαρτα σε διάφορα περιοδικά. Για τη συνολική ποιητική του παρουσία αλλά και για τις επιμέρους ποιητικές του καταθέσεις έχουν εκφρασθεί θετικά αρκετοί κριτικοί.

Τον Κώστα Γαρίδη σαν ποιητή θα τον εντάσσαμε σε αυτούς που ο Μανόλης Αναγνωστάκης κατέγραψε στην προσωπική του Ανθολογία με τίτλο «Χαμηλή Φωνή». Οι ποιητές αυτοί περιστρέφονται σαν τις στιβάδες γύρω από τους μίνορες πυρήνες του ποιητικού στερεώματος. Ο ποιητικός λόγος του Κώστα Γαρίδη είναι χαμηλόφωνος, χωρίς οραματικές εξάρσεις, φραστικές τολμηρότητες, κοινωνικές προτροπές, σιγαλόφωνος στις ενστικτώδικες αισθησιακές του ιχνηλασίες, Η ποιητική του ανάσα είναι συνεχώς σταθερή σαν το ιστόγραμμα ενός «μελοθανάτου» χωρίς επιτονισμούς ακόμα και θλίψης με τον ίδιο πάντα βαθμό εσωτερικότητας. Ένας ποιητικός λόγος που συνήθως αρέσκεται να ζωγραφίζει το ημίφως των γεγονότων, αν και απεικονίζει ηλιόλουστους κατεξοχήν χώρους, με τα στοιχεία της φύσης να αποτελούν το σκηνικό των διαδραματιζόμενων εναλλαγών των εσωτερικών συγκρούσεων.

Η στοχαστική του διάθεση εναλλάσσεται με πινελιές ελεγειακής διάχυσης καθώς η ποιητική σύλληψη άλλοτε αντέχει και άλλοτε όχι την συναισθηματική φόρτιση των λέξεων. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί είναι απλές σε σημείο «αφόρητης» απλοϊκότητας. Αν και παράγουν ένα ποιητικό λόγο καθημερινό, οικείο, τρυφερό, πάντοτε φορτισμένο από τα συνεχή εναύσματα της μνήμης, χωρίς ελευθεριάζουσες λεκτικές ή συντακτικές ορμές, με μια σωματική θερμοκρασία καθώς ψαύει το είδωλο της γυναικείας παρουσία χωρίς συνήθως να το κατονομάζει ή να το φανερώνει. Γράφει: «Είχες πολύ γαλάζιο και δεν ήξερες/ που ν’ αποθέσεις το γαλάζιο από τα μάτια σου».

Χαρτογραφεί την φθορά των αναμνήσεων που αναβλύζουν από τους πίδακες της μνήμης, σε μια ρέμβη λυρικής αναπόλησης στιγμιαίων λάμψεων γεγονότων και καταστάσεων. Ο Γαρίδης ποτέ δεν αποκαλύπτει το γυναικείο ερωτικό πρόσωπο. Ενώ διαισθανόμαστε σε τι αναφέρεται, ενώ διακρίνουμε τον πόθο που εγείρει μέσα του η παρουσία της γυναικείας εικόνας, ενώ ξυπνά  αρχέγονα πάθη η παρουσία της, ενδόμυχες ερωτικές επιθυμίες, παθιασμένες εκδηλώσεις σε ένα φόντο γιομάτο φως, ηλιόλουστη ατμόσφαιρα, θαμπωτικές περιγραφές Αιγαιοπελαγίτικων νησιών, η πρόθεση του βλέμματος μένει μετέωρη, διστακτική, φοβισμένη, αναποφάσιστη ακόμα και μετά την στιγμιαία απόλαυση του ξυπνήματος της μνήμης.

Γράφει: «Αν θυμάσαι τη θάλασσα και τον άνεμο θυμήσου/ κι’ αυτό το καθαρό σπίτι που μυρίζει/ ζεστόν καφέ, ζεστό χαμόγελο και δεν είχε/ εκτός από τους αγίους παρά μόνο μια κόρη/ και μια γωνιά μέναν καθρέφτη που έβλεπε στον Έρωτα».

Οι λυρικές αναλαμπές των φωτόλουστων εικόνων δεν αρκούν για να καθάρουν τη σκοτεινή και βαριά σκιά που αφήνει πίσω της η Σιωπή της ζωής και της Μνήμης των ταραγμένων γεγονότων, των καθημερινών αδιεξόδων, των δεκάδων μικροστερήσεων που αμαυρώνουν την συνολική αίσθηση του βίου. Τα θλιβερά συμβάντα των στιγμών του βίου βρίσκονται συνεχώς παρόντα, ανέπαφα μέσα στο πέρασμα του χρόνου, χωρίς να χάνουν κάτι από το ειδικό τους βάρος. Έτσι οι άλλες στιγμές δεν αρκούν να αποπαγιδέψουν τη μνήμη και ίσως και τη ζωή του ποιητή. Εκτός της Τέχνης της Ποιήσεως. Η Ποίηση είναι εκείνη που παίζει το ρόλο του καθαρτικού καταλύτη μεταξύ του αισθήματος του Έρωτος και της αίσθησης της Σιωπής. Γράφει: «Να μη μου πεις ούτε μια λέξη.

Η Ποίηση είναι ο εσωτερικός δεσμός που ενώνει τη φθορά της ωραιότητας του κόσμου, της θηλυκής παρουσίας και των ατομικών αδιεξόδων. Το ύφος του Γαρίδη είναι βατό, ήρεμο, γαλήνιο, όμως με μια, ορισμένες φορές, κόπωση, άλλοτε γίνεται τόσο εσωστρεφές που χάνει κάτι από την πηγαιόητά του καθώς υπηρετεί μόνο τη μονήρη διάθεση του δημιουργού που περιχαρακώνεται στο κουκούλι ευφρόσυνης απαισιοδοξίας του. Και επαναπαύεται μόνο όταν στρέφει την όρασή του στον κόσμο της Ποίησης. Γράφει: «Λάβετε, φάγετε./ Αίμα και στέρηση, πόνος και πίκρα / είναι η ποίηση».

Η λέξη Ποίηση όπως και η λέξη Σιωπή επανέρχονται πάμπολλες φορές στον ποιητικό κόσμο του Κώστα Γαρίδη. Είτε χρησιμοποιεί παραδοσιακό στίχο είτε στις τελευταίες του ιδίως συλλογές, φλερτάρει με την μη παραδοσιακή τεχνοτροπία ο Γαρίδης δουλεύει το ποιητικό του σώμα με ευλάβεια, σεβασμό και ίσως και με κάποιο δέος. Καθώς υποψιάζεται ότι τα αδιέξοδα τα προσωπικά που εκφράζει υπάρχει το ενδεχόμενο να γονατίσουν το ποιητικό σώμα να το αποπροσανατολίσουν μεταφέροντάς του παιχνίδια του νου και της μνήμης που δε μπορεί να τα αντέξει.

Τον κίνδυνο αυτόν υποψιάζομαι ότι τον διαισθανόταν ο Κώστας Γαρίδης γιαυτό υπήρξε φειδωλός στην αποτύπωση των σκέψεών του. Έτσι η επαναλαμβανόμενη αναφορά στο ρόλο της Ποίησης μέσα στη ζωή του κυρίως αλλά και μέσα στη ζωή μας. Πρωτίστως ήθελε να πείσει τον ίδιο του το εαυτό, να επιβεβαιωθεί ο ίδιος μέσα του, να νιώσει σιγουριά. Και νομίζω ότι αυτό το κατόρθωσε αν όχι πάντα τουλάχιστο ως προς τις προθέσεις του υπήρξε έντιμος και καθαρός.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *